Άρειος Πάγος: Αμετάκλητα ισόβια στον δολοφόνο της Ανθής Λινάρδου – Απορρίφθηκαν τα ελαφρυντικά

Ο Άρειος Πάγος απέρριψε τα αιτήματα του Τάσου Τσιουχάρα για μείωση της ποινής του και αναγνώριση ελαφρυντικών, διατηρώντας την ισόβια κάθειρξη για τον φόνο της συζύγου του Ανθής Λινάρδου.

Άρειος Πάγος: Αμετάκλητα ισόβια στον δολοφόνο της Ανθής Λινάρδου – Απορρίφθηκαν τα ελαφρυντικά
Ο Τάσος Τσιουχάρας και η σύζυγός του Ανθή Λινάρδου. Ο Άρειος Πάγος διατήρησε την ισόβια κάθειρξη για τον δράστη, απορρίπτοντας τα αιτήματά του για μείωση της ποινής.

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα του Τάσου Τσιουχάρα για μείωση της ποινής του, διατηρώντας την ισόβια κάθειρξη για τον φόνο της συζύγου του Ανθής Λινάρδου το 2016 στο Βελβεντό Κοζάνης. Οι αρεοπαγίτες δεν αναγνώρισαν κανένα από τα δύο ελαφρυντικά που ζητούσε ο καταδικασθείς, ούτε δέχθηκαν να μετατρέψουν την κατηγορία σε ανθρωποκτονία σε βρασμό ψυχικής ορμής. Στην απόφασή τους, οι δικαστές χαρακτήρισαν τη συμπεριφορά του δράστη «ψυχρότητα δίκην εκτελεστού».

σχετικά άρθρα

Η απόφαση του Ζ’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου επιβεβαίωσε την ομόφωνη καταδίκη που είχε επιβληθεί το 2025 από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας. Ο Τσιουχάρας προσπαθούσε να πετύχει τη μετατροπή της κατηγορίας, προκειμένου να μειωθεί η ποινή του σε κάθειρξη έως 15 ετών και να συντομευθεί ο χρόνος αποφυλάκισής του.

Το χρονικό της δολοφονίας

Η Ανθή Λινάρδου, 37 ετών, δολοφονήθηκε μέσα στο σπίτι της στο Βελβεντό στις 9 Ιανουαρίου 2016. Ο σύζυγός της την έπνιξε μετά από λεκτική διαμάχη, αφού προηγουμένως τη χτύπησε με γροθιές. Ο Τσιουχάρας την έπιασε από τον λαιμό, της έφραξε το στόμα και τη μύτη και κράτησε αυτή τη θέση για δέκα λεπτά, χρησιμοποιώντας επιπλέον μαξιλάρι για να εξασφαλίσει το θανατηφόρο αποτέλεσμα.

Οι αρεοπαγίτες ανέφεραν στην απόφασή τους ότι ο δράστης ενεργούσε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση τόσο κατά τη λήψη της απόφασης όσο και κατά την εκτέλεση της πράξης. Η επίθεση προκλήθηκε από αισθήματα ζήλιας, καθώς η γυναίκα του επέμενε στον χωρισμό και υπήρχε ενδεχόμενο να τον εγκαταλείψει για τον πρώην σύντροφό της. Ο εγωισμός του δράστη και ο φόβος του αρνητικού κοινωνικού αντίκτυπου στη μικρή κοινωνία του Βελβεντού, καθώς και η στέρηση των τριών παιδιών τους, αποτέλεσαν τα κίνητρα του εγκλήματος.

Η απόκρυψη των στοιχείων

Αμέσως μετά τον στραγγαλισμό, ο Τσιουχάρας μετέφερε τη σορό της συζύγου του με το φορτηγάκι του σε ερημική περιοχή. Άνοιξε λάκκο και έθαψε το πτώμα με τα ίδια του τα χέρια, ενώ στη συνέχεια όργωσε τον γύρω χώρο για να μην προκαλέσει υποψίες. Πριν από την ταφή, είχε κάψει στον ξυλολέβητα τα σεντόνια, τη μαξιλαροθήκη και την παπλωματοθήκη που έφεραν ίχνη αίματος.

Ο δράστης φρόντισε να μην γίνει αντιληπτός από τα παιδιά του, ηλικίας επτά ετών και πέντε ετών (δίδυμα), καθώς και από τους γονείς του. Στη συνέχεια, τηλεφώνησε στο κινητό της νεκρής γυναίκας του, για να δημιουργήσει την εντύπωση ότι την αναζητούσε. Το επόμενο πρωί δήλωσε την εξαφάνισή της στο Αστυνομικό Τμήμα και παρουσίασε τον εαυτό του ως εγκαταλειφθέντα σύζυγο, κερδίζοντας τη συμπάθεια των κατοίκων του Βελβεντού.

Τα αιτήματα του δράστη

Ο Τάσος Τσιουχάρας ζητούσε από τον Άρειο Πάγο τη μεταβολή της κατηγορίας από ανθρωποκτονία με πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση σε ανθρωποκτονία σε βρασμό ψυχικής ορμής. Παράλληλα, αιτήθηκε την αναγνώριση δύο ελαφρυντικών περιστάσεων: ότι είχε έως τη στιγμή του εγκλήματος έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή, και ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του.

Ο δικηγόρος του υποστήριξε ότι η καταδικαστική απόφαση πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς δεν έγινε δεκτός ο ισχυρισμός ότι ο δράστης τέλεσε το έγκλημα σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής. Όλα τα επιχειρήματα αποσκοπούσαν στη μείωση της ποινής από ισόβια σε κάθειρξη έως 15 ετών.

Η απόρριψη των αιτημάτων

Ο Άρειος Πάγος απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς του Τσιουχάρα ως αβάσιμους. Οι αρεοπαγίτες τόνισαν ότι ο τρόπος και η ένταση της ανθρωποκτονίας, ιδιαίτερα η επί δεκάλεπτη απόφραξη των αεροφόρων οδών με τη χρήση μαξιλαριού, αποδεικνύει ότι ο δράστης ενεργούσε με ψυχρότητα και προσχεδιασμό. Η μεταφορά και ταφή του πτώματος, η καύση των αιματοβαμμένων υφασμάτων και η ψευδής δήλωση εξαφάνισης ενισχύουν τη διαπίστωση αυτή.

Το δικαστήριο έκρινε ότι η ζήλια και ο φόβος για τον κοινωνικό αντίκτυπο δεν συνιστούν ελαφρυντικούς παράγοντες. Η ψυχρότητα με την οποία ο δράστης εκτέλεσε και απέκρυψε το έγκλημα τον χαρακτήρισαν ως «εκτελεστή». Η απόφαση του Αρείου Πάγου καθιστά την ισόβια κάθειρξη αμετάκλητη, με τον καταδικασθέντα να παραμένει στη φυλακή χωρίς δυνατότητα μείωσης της ποινής του.