Τα αυξημένα στεγαστικά επιτόκια και η περιορισμένη προσιτότητα συνεχίζουν να επιβαρύνουν τους νέους αγοραστές κατοικίας στις ΗΠΑ. Παρά ταύτα, τα τελευταία στοιχεία για την οικοδομική δραστηριότητα προσφέρουν μια συγκρατημένη νότα αισιοδοξίας, σε μια περίοδο όπου η χρόνια έλλειψη κατοικιών παραμένει βασικό πρόβλημα της αμερικανικής οικονομίας.
Σύμφωνα με την Υπηρεσία Απογραφής του Υπουργείου Εμπορίου, οι ενάρξεις κατασκευής μονοκατοικιών αυξήθηκαν τον Δεκέμβριο κατά 4,1%, φθάνοντας σε ετήσιο ρυθμό 981.000 μονάδων (εποχικά προσαρμοσμένα στοιχεία).
Ανάκαμψη με επιφυλάξεις
Παρότι τα στοιχεία ήταν καλύτερα των εκτιμήσεων, η εικόνα δεν είναι απολύτως θετική. Οι άδειες για μελλοντικές κατασκευές μειώθηκαν, υπογραμμίζοντας τις υποκείμενες αδυναμίες στην αγορά. Πολλοί υποψήφιοι αγοραστές παραμένουν στο περιθώριο λόγω υψηλού κόστους δανεισμού και αυξημένων τιμών.
Η εμπιστοσύνη των κατασκευαστών κατοικιών υποχώρησε περαιτέρω αυτόν τον μήνα, σύμφωνα με έρευνα της National Association of Home Builders. Οι κατασκευαστές επισημαίνουν το υψηλό κόστος γης και οικοδομικών υλικών, που διατηρεί τις τιμές σε επίπεδα δυσανάλογα με τα εισοδήματα των αγοραστών.
Περισσότερο από το 30% των κατασκευαστών προχωρά σε μειώσεις τιμών, προκειμένου να ενθαρρύνει την υπογραφή συμβολαίων.
Ο παράγοντας AI και τα data centers
Στην ήδη επιβαρυμένη εξίσωση προστίθεται πλέον και ένας νέος παράγοντας: η τεχνητή νοημοσύνη. Η ραγδαία αύξηση της κατασκευής κέντρων δεδομένων (data centers) στις ΗΠΑ, ιδίως στη Βόρεια Βιρτζίνια, έχει οδηγήσει σε εκτόπιση έργων οικιστικής ανάπτυξης.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, τεχνολογικές εταιρείες και πάροχοι data centers πλειοδοτούν για αδόμητη γη ή προσφέρουν μεγάλα ποσά σε κατασκευαστές για την παραχώρηση δικαιωμάτων εκμετάλλευσης που είχαν αρχικά προοριστεί για νέες κατοικίες.
Σε συνδυασμό με το ενεργειακό κόστος, η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης εξελίσσεται και σε πολιτικό ζήτημα.
Σταδιακή βελτίωση, όχι άμεση λύση
Η Nancy Vanden Houten, επικεφαλής οικονομολόγος ΗΠΑ στην Oxford Economics, εκτιμά ότι οι ενάρξεις κατασκευών θα βελτιωθούν σταδιακά μέσα στο 2026, αν και αυτό δεν θα φανεί άμεσα.
Ωστόσο, η αύξηση του Δεκεμβρίου αποτελεί μικρή μόνο παρέμβαση στο ευρύτερο αδιέξοδο που χαρακτηρίζει την αγορά κατοικίας.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της RSM, Joe Brusuelas, επισημαίνει ότι το πρόβλημα προσφοράς εκτείνεται πίσω στην περίοδο μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, όταν η επένδυση στον τομέα της κατοικίας ήταν ανεπαρκής. Κατά τον ίδιο, πρόκειται για αποτυχία πολιτικής που δεν μπορούν να επιλύσουν μόνοι τους οι κατασκευαστές.
Θεσμικά εμπόδια και μεγαλύτερα σπίτια
Ο Brusuelas αναφέρει τρεις βασικούς θεσμικούς λόγους πίσω από την έλλειψη προσφοράς: περιορισμούς πολεοδομικού χαρακτήρα που απαγορεύουν πολυκατοικίες σε πόλεις και προάστια, ανεπαρκείς μεταφορικές υποδομές από τις περιφερειακές ζώνες και αυξημένο κόστος κατασκευής.
Παράλληλα, οι προτιμήσεις των αγοραστών επηρεάζουν την εικόνα. Το μέσο μέγεθος νέας κατοικίας στις ΗΠΑ ανέρχεται σήμερα περίπου σε 2.400 τετραγωνικά πόδια, δηλαδή 6% έως 8% μεγαλύτερο από ό,τι πριν από 25 χρόνια και περίπου 30% μεγαλύτερο σε σύγκριση με πριν από 50 χρόνια.
«Η ζήτηση για αυτού του είδους τις κατοικίες επιτείνει την κρίση προσιτότητας, αυξάνοντας τα ενοίκια και τις τιμές», σημειώνει.
Περιορισμένη επίδραση από τη νομισματική πολιτική
Όπως προκύπτει και από τα πρακτικά της Fed, οι προσπάθειες του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να μειώσει τα στεγαστικά επιτόκια δεν αναμένεται να επιφέρουν ουσιαστική διαφορά στο πρόβλημα.
Η αγορά κατοικίας στις ΗΠΑ παραμένει εγκλωβισμένη ανάμεσα σε υψηλό κόστος, θεσμικούς περιορισμούς και νέες πιέσεις από την τεχνολογική ανάπτυξη, με τις πρόσφατες αυξήσεις στις ενάρξεις οικοδομών να προσφέρουν μόνο μια μικρή, προσωρινή ανάσα.

