Το φαινόμενο Νταβίντ Λισνάρ στη Γαλλία: Ο δήμαρχος Καννών κερδίζει φήμη στα social media και θέλει να ενώσει την Κεντροδεξιά
Ένα κοινωνικό φαινόμενο άξιο προς μελέτη σε μια Γαλλία που «φλέγεται» από τη λαϊκή οργή, όσο πλησιάζει στην τελική ευθεία για τις προεδρικές εκλογές του 2027, είναι σίγουρα ο δήμαρχος των Καννών, Νταβίντ Λισνάρ, ο οποίος στις αρχές του 2025, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να διεκδικήσει το κορυφαίο αξίωμα στην πολιτική σκηνή της χώρας, υπό την προϋπόθεση ότι η εσωκομματική διαδικασία των Ρεπουμπλικανών θα διευρυνόταν, ώστε να αναδείξει έναν κοινό υποψήφιο για το σύνολο της κεντροδεξιάς και της δεξιάς.
Ο Λισνάρ έγινε ευρύτερα γνωστός στη Γαλλία, επενδύοντας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εκεί που απέκτησε περισσότερους από 300.000 ακολούθους μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα. Το κίνημά του, με την ονομασία «Νέα Ενέργεια», υποστηρίζει ότι αριθμεί ήδη περισσότερα από 81.000 μέλη, ενώ μόλις μία εβδομάδα νωρίτερα τοποθετούσε τον αριθμό στις 55.000. Μέχρι πρόσφατα γνωστός κυρίως στους γαλλικούς πολιτικούς κύκλους, ο Λισνάρ προσελκύει πλέον πανεθνικό ενδιαφέρον ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027.
Ωστόσο, η ταχύτατη άνοδος της διαδικτυακής δημοτικότητάς του δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε αντίστοιχη εκλογική υποστήριξη. Σύμφωνα με δημοσιευμένες εκτιμήσεις, ένα ποσοστό μεταξύ 5,5% και 7% των ψηφοφόρων εμφανίζεται διατεθειμένο να τον στηρίξει στον πρώτο γύρο. Είναι ωστόσο σημαντικά υψηλότερο από το… σχεδόν μηδενικό ποσοστό του, πριν «βάλει μπροστά» στα social media.
Το ενδιαφέρον για τον Γάλλο πολιτικό δεν πηγάζει μόνο από τη δραστηριότητά του στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά και από το πολιτικό του πρόγραμμα. Ο Λισνάρ τάσσεται υπέρ δραστικών περικοπών στις δημόσιες δαπάνες, της οικονομικής φιλελευθεροποίησης και της αποκέντρωσης. Την ίδια στιγμή, διατηρεί συντηρητικές θέσεις σε ζητήματα όπως η μετανάστευση, η ασφάλεια και η εθνική κυριαρχία.
Η άνοδός του θεωρείται αξιοσημείωτη σε μια χώρα όπου ο οικονομικός φιλελευθερισμός σπανίως αποτέλεσε τη βάση για μαζική πολιτική υποστήριξη. Παραμένει, ωστόσο, ασαφές τι ακριβώς προσελκύει τους νέους υποστηρικτές του: οι οικονομικές προτάσεις του ή η προσωπικότητά του.
Η εμπειρία στις Κάννες και η γρήγορη άνοδος στο εθνικό προσκήνιο
Ο Λισνάρ δεν είναι νέος στην πολιτική. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του στην τοπική αυτοδιοίκηση και το 2014 εξελέγη δήμαρχος των Καννών. Το 2021 ανέλαβε την προεδρία της Ένωσης Δημάρχων της Γαλλίας, ενώ στη συνέχεια μετέτρεψε την τοπική πρωτοβουλία «Νέα Ενέργεια» σε πανεθνικό πολιτικό κίνημα στο δρόμο προς τις επόμενες προεδρικές εκλογές.
Τον Μάρτιο του 2026 αποχώρησε από το κόμμα των Ρεπουμπλικανών, προκειμένου να διεκδικήσει αυτόνομα την προεδρία της Γαλλίας. Τον ίδιο μήνα εξελέγη για τρίτη θητεία στη δημαρχία των Καννών, συγκεντρώνοντας ποσοστό άνω του 81%. Η πολιτική του παράταξη εξασφάλισε 45 από τις 49 έδρες στο δημοτικό συμβούλιο, αν και στις κάλπες προσήλθαν λιγότεροι από τους μισούς εγγεγραμμένους ψηφοφόρους.
Ο Λισνάρ παρουσιάζει τις Κάννες ως παράδειγμα για το πώς μπορούν να περιοριστούν οι δαπάνες χωρίς να εγκαταλειφθούν οι επενδύσεις. Σύμφωνα με την οικονομική έκθεση του δήμου για το 2025, το χρέος της πόλης έχει μειωθεί κατά σχεδόν 82 εκατ. ευρώ από το 2014. Μόνο το 2025 οι Κάννες πραγματοποίησαν επενδύσεις ύψους 72,5 εκατ. ευρώ.Ανεξάρτητος έλεγχος από το περιφερειακό ελεγκτικό επιμελητήριο επιβεβαίωσε ότι η πόλη διατήρησε υγιή οικονομική θέση και βελτίωσε τη διαχείρισή της. Οι ελεγκτές επισήμαναν, πάντως, ότι οι δημοτικές δαπάνες μειώθηκαν εν μέρει επειδή ορισμένες αρμοδιότητες μεταφέρθηκαν σε διαδημοτικό φορέα. Παράλληλα, οι Κάννες αντλούν σημαντικά έσοδα από τον τουρισμό, γεγονός που τις διαφοροποιεί από πολλούς άλλους γαλλικούς δήμους.
Οι συνθήκες αυτές δεν αναιρούν το έργο του Λισνάρ, δυσκολεύουν όμως την εφαρμογή του μοντέλου του σε εθνικό επίπεδο. Μια πόλη που αντλεί έσοδα από τον διεθνή τουρισμό και από μεγάλες εμπορικές διοργανώσεις λειτουργεί υπό διαφορετικές οικονομικές και θεσμικές συνθήκες από το γαλλικό κράτος.
Την ίδια στιγμή, η μακρά εμπειρία του στη διοίκηση των Καννών τού έχει προσφέρει πολιτική βάση και ένα δίκτυο επαφών που είχε οικοδομηθεί πολύ πριν από τη σημερινή εκτόξευση της δημοτικότητάς του.
Σύμφωνα με τη Le Monde, οι ακόλουθοι του Λισνάρ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ξεπέρασαν τους 300.000 από τα τέλη Σεπτεμβρίου έως τα μέσα Οκτωβρίου, με μεγάλο μέρος της αύξησης να καταγράφεται στο Instagram. Το σύνθημά του, «Κάτι συμβαίνει», εξαπλώθηκε γρήγορα στις ψηφιακές πλατφόρμες.
Στις 24 Οκτωβρίου η «Νέα Ενέργεια» ανακοίνωσε ότι διέθετε 81.547 εγγεγραμμένα μέλη και 1.830 αιρετούς αξιωματούχους. Τα στοιχεία αυτά δεν είχαν επαληθευτεί από ανεξάρτητη πηγή, ενώ δεν είναι σαφές εάν όλοι οι πολιτικοί που περιλαμβάνονται στον δεύτερο αριθμό ανήκουν πράγματι στο κίνημα. Παρά τις επιφυλάξεις, ο Λισνάρ κατάφερε να φέρει στο πολιτικό προσκήνιο ένα εγχείρημα που προηγουμένως είχε σχεδόν μηδενική παρουσία σε εθνικό επίπεδο.
Τι προτείνει ο Λισνάρ
Στον πυρήνα του οικονομικού προγράμματος του Λισνάρ βρίσκεται η κριτική του στο γαλλικό κρατικό μοντέλο. Κατά την άποψή του, η μακροχρόνια αύξηση των φόρων, των δημόσιων δαπανών και των κανονιστικών περιορισμών έχει αποδυναμώσει την ανταγωνιστικότητα της χώρας και έχει ανακόψει την επιχειρηματικότητα. Θεωρεί επίσης ότι η Γαλλία εξαρτάται όλο και περισσότερο από τον δανεισμό για τη χρηματοδότηση των δημόσιων υποχρεώσεών της.
Ο Λισνάρ προτείνει περικοπές δημόσιων δαπανών ύψους 80 δισ. ευρώ κατά το πρώτο έτος της προεδρικής του θητείας και τουλάχιστον 200 δισ. ευρώ έως το τέλος της. Όπως υποστηρίζει, ο μακροπρόθεσμος στόχος του είναι να φτάσουν οι περικοπές τα 300 δισ. ευρώ.
Ο Γάλλος πολιτικός θεωρεί ότι η εργασία και η παραγωγή φορολογούνται υπερβολικά στη χώρα του. Κατά την άποψή του, αυτό θέτει τις επιχειρήσεις σε μειονεκτική θέση και εμποδίζει τους εργαζομένους να λαμβάνουν επαρκές μερίδιο από την αξία που δημιουργεί η εργασία τους. Προτείνει, επομένως, τη μείωση των σχετικών εισφορών, με στόχο την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης και της απασχόλησης, χωρίς νέο δανεισμό.
Οι οικονομικές προτάσεις του κινήματος περιλαμβάνουν επίσης μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας, κατάργηση ή συγχώνευση κρατικών οργανισμών, περιορισμό του διοικητικού μηχανισμού και μεταφορά ορισμένων εξουσιών από την κεντρική κυβέρνηση προς τα χαμηλότερα επίπεδα διοίκησης.
Στο συνταξιοδοτικό, ο Λισνάρ τάσσεται υπέρ της αύξησης του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης στα 65 έτη και της θέσπισης υποχρεωτικών εισφορών σε κεφαλαιοποιητικούς συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς, παράλληλα με το υφιστάμενο διανεμητικό σύστημα.
ο ύψος των περικοπών που προτείνει θα απαιτούσε ριζικές αλλαγές και όχι απλώς αποτελεσματικότερη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Οι συντάξεις, η υγειονομική περίθαλψη, η κοινωνική ασφάλιση και οι δημόσιες υπηρεσίες αντιπροσωπεύουν σημαντικό μέρος των γαλλικών δαπανών. Οι αλλαγές στον τρόπο χρηματοδότησής τους θα επηρέαζαν την κατανομή των πόρων μεταξύ πολιτών, επιχειρήσεων και μελλοντικών γενεών.
Στη μετανάστευση τάσσεται υπέρ της σημαντικής μείωσης του αριθμού των αδειών διαμονής, του περιορισμού της πρόσβασης σε ορισμένα κοινωνικά επιδόματα και της ενίσχυσης του εθνικού ελέγχου. Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής θα μπορούσε να οδηγήσει σε αντιπαράθεση με ευρωπαϊκούς δικαστικούς θεσμούς.
Στην εκπαίδευση προτείνει μεγαλύτερη αυτονομία για τα σχολεία, μεταξύ άλλων ως προς την εισαγωγή μαθητών και την οργάνωση της διδασκαλίας, σε συνδυασμό με αυστηρότερα ακαδημαϊκά πρότυπα.
Συνολικά, το μοντέλο του συνδυάζει την οικονομική φιλελευθεροποίηση με σκληρή γραμμή στα ζητήματα ασφάλειας και εθνικής κυριαρχίας. Η εφαρμογή του θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων, από το κατά πόσον είναι εφικτό να ενισχυθούν ορισμένες λειτουργίες του κράτους την ίδια στιγμή που θα μειώνονται οι φόροι και οι δαπάνες.
Η μάχη στον χώρο της Δεξιάς Η αυξανόμενη προσοχή γύρω από τον Λισνάρ καταγράφεται εν μέσω της μακρόχρονης σύγκρουσης για το μέλλον της παραδοσιακής γαλλικής Δεξιάς. Το κεντρώο κίνημα του Εμανουέλ Μακρόν αποδυνάμωσε τους Ρεπουμπλικανούς, καθώς ένα μέρος των μετριοπαθών και οικονομικά φιλελεύθερων ψηφοφόρων τους μετακινήθηκε προς την πλευρά του νυν προέδρου.
Παράλληλα, ο ακροδεξιός Εθνικός Συναγερμός των Μπαρντελά και Λεπέν διεύρυνε την επιρροή του μεταξύ ψηφοφόρων που στο παρελθόν θα μπορούσαν να είχαν στραφεί προς τη συντηρητική Δεξιά, ιδίως λόγω των θέσεών του για τη μετανάστευση, την ασφάλεια και την εθνική ταυτότητα.
Ο Λισνάρ επιχειρεί να τοποθετηθεί πολιτικά ανάμεσα σε αυτές τις δυνάμεις.
Η σχέση του με τον ηγέτη των Ρεπουμπλικάνων, Μπρουνό Ρεταγιό δείχνει πόσο δύσκολη είναι αυτή η προσπάθεια. Και οι δύο υιοθετούν συντηρητικές θέσεις για τη μετανάστευση, τη δημόσια τάξη και τον ρόλο του κράτους, ενώ αμφότεροι μιλούν για την ανάγκη ελέγχου των δαπανών. Ο Λισνάρ, όμως, τοποθετεί την οικονομική φιλελευθεροποίηση στο επίκεντρο του προγράμματός του και επικρίνει την κατεύθυνση του κόμματος από το οποίο αποχώρησε.
Οι δύο πολιτικοί διαφωνούν επίσης για τον τρόπο με τον οποίο η Δεξιά θα πρέπει να επιλέξει τον υποψήφιό της για την προεδρία.
Τον Μάρτιο, ο Λισνάρ εγκατέλειψε τους Ρεπουμπλικανούς μετά την απόρριψη της πρότασής του για τη διεξαγωγή ανοικτών προκριματικών εκλογών. Αργότερα ζήτησε μια ευρύτερη διαδικασία επιλογής υποψηφίου, η οποία θα μπορούσε να ενώσει τις διαφορετικές τάσεις της Δεξιάς.
Ένας ακόμη αντίπαλός του είναι ο Εθνικός Συναγερμός. Ο Λισνάρ συμμερίζεται ορισμένες από τις θέσεις του κόμματος για τη μετανάστευση και την ασφάλεια, προτείνει όμως διαφορετική οικονομική πολιτική. Το πρόγραμμά του διαφοροποιείται κυρίως από την περισσότερο παρεμβατική προσέγγιση του εθνικιστικού κόμματος στην κοινωνική προστασία, στη βιομηχανική πολιτική και στην αγοραστική δύναμη.
Ο Λισνάρ απορρίπτει επίσης την αποχώρηση της Γαλλίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Υποστηρίζει τη συνεργασία μεταξύ κυρίαρχων ευρωπαϊκών κρατών, αλλά αντιτίθεται στην περαιτέρω πολιτική συγκέντρωση της ΕΕ.
Στις 21 Οκτωβρίου συναντήθηκε εκ νέου με τον Ρεταγιό, προκειμένου να συζητήσουν πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί ο ανταγωνισμός μεταξύ διαφορετικών δεξιών υποψηφίων στις προεδρικές εκλογές, μεταξύ άλλων μέσω προκριματικής διαδικασίας. Οι δύο πολιτικοί δεν κατέληξαν σε συμφωνία.
Η θέση του για την Ουκρανία και οι προοπτικές του Στην εξωτερική πολιτική, ο Λισνάρ έχει εκφράσει επανειλημμένα τη στήριξή του προς την Ουκρανία απέναντι στη ρωσική εισβολή και έχει ζητήσει την αύξηση της ευρωπαϊκής παραγωγής όπλων.
Διαθέτει επίσης εμπειρία συνεργασίας με τις ουκρανικές Αρχές. Το 2022 οι Κάννες συνήψαν εταιρική σχέση με το Λβιβ, ενώ τον Μάρτιο του 2024 υπέγραψαν συμφωνία ιατρικής συνεργασίας με το δίκτυο αποκατάστασης UNBROKEN.
Ο Λισνάρ τάσσεται υπέρ της ενίσχυσης των αμυντικών δυνατοτήτων της Ευρώπης, θεωρεί όμως ότι η πολιτική κυριαρχία πρέπει να παραμείνει κυρίως στα επιμέρους κράτη. Έχει επίσης υποστηρίξει ότι μετά το τέλος του πολέμου θα πρέπει να αποκατασταθεί ο συστηματικός διπλωματικός διάλογος με τη Ρωσία.
Την ίδια στιγμή, οι θέσεις του για την ένταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και για τις μεταπολεμικές εγγυήσεις ασφαλείας δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί επαρκώς.

