Η Αμερική παζαρεύει την Ταϊβάν. Η Ευρώπη ας προσέξει την παγίδα
Η Ουάσινγκτον πάγωσε τα υποσχεμένα όπλα της Ταϊβάν και τα ονόμασε «διαπραγματευτικό χαρτί» με τον Σι. Η Ευρώπη βρίσκεται λίγα βήματα πίσω στον ίδιο δρόμο, και πρέπει να αποφύγει μια επικίνδυνη παγίδα.
Φαντάσου ότι περιμένεις χρόνια τα όπλα που θα σε κρατήσουν ζωντανό, ο σύμμαχος που στα υποσχέθηκε τα εγκρίνει, και ξαφνικά τα παγώνει για να εξοικονομήσει πυρομαχικά για έναν δικό του πόλεμο αλλού. Και μετά μαθαίνεις ότι ο ίδιος σύμμαχος κάθισε με τον εχθρό σου και χαρακτήρισε αυτά τα όπλα «διαπραγματευτικό χαρτί». Αυτή ακριβώς είναι η θέση της Ταϊβάν τον Ιούνιο του 2026. Και η Ευρώπη οφείλει να τη διαβάσει προσεκτικά, γιατί ο καθρέφτης δείχνει το δικό της μέλλον.
Τι συνέβη πραγματικά
Ας ξεχωρίσουμε τα γεγονότα από την προπαγάνδα. Το Κογκρέσο προενέκρινε τον Ιανουάριο του 2026 ένα πακέτο όπλων 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την Ταϊβάν, με προηγμένους αναχαιτιστικούς πυραύλους. Το πακέτο περιμένει μόνο την υπογραφή του προέδρου Τραμπ. Η Ταϊπέι περίμενε την έγκριση από μέρα σε μέρα.
Αντί για υπογραφή, ήρθε πάγωμα. Στις 22 Μαΐου, ο αναπληρωτής υπουργός Ναυτικού Χουνγκ Κάο ανακοίνωσε στη Γερουσία ότι η Ουάσινγκτον παγώνει την πώληση, ώστε να κρατήσει πυρομαχικά για τον πόλεμο με το Ιράν. Λίγες μέρες νωρίτερα, στη σύνοδο κορυφής με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο, ο Τραμπ είχε κάνει κάτι ακόμη πιο αποκαλυπτικό. Ονόμασε δημόσια το πακέτο «διαπραγματευτικό χαρτί», σπάζοντας τον άγραφο κανόνα να μη συζητά ποτέ τις πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν με την Κίνα. Ο Σι, εξάλλου, είχε ήδη προειδοποιήσει τον Τραμπ από τον Φεβρουάριο να σταματήσει τις παραδόσεις.
Ο απεσταλμένος της Ταϊπέι στην Ουάσινγκτον εμφανίζεται αισιόδοξος ότι η πώληση τελικά θα προχωρήσει. Τα γεγονότα όμως λένε μια πιο σκοτεινή ιστορία: μια υπερδύναμη που μεταχειρίζεται την άμυνα ενός συμμάχου σαν μονέδα σε ένα παζάρι με τον αντίπαλο αυτού του συμμάχου.
Γιατί αφορά άμεσα την Ευρώπη
Εδώ πολλοί θα πουν: τι σχέση έχει η Ταϊβάν με εμάς; Έχει, και μάλιστα στενή. Γιατί η ίδια Ουάσινγκτον, με την ίδια λογική, στέκεται απέναντι στην Ευρώπη.
Το μοτίβο επαναλαμβάνεται. Όπως έχουμε ξαναγράψει, η Ευρώπη ζει σήμερα σε ένα «ΝΑΤΟ του Σρέντινγκερ», όπου η Αμερική εμφανίζεται ταυτόχρονα μέσα και έξω από τη συμμαχία. Αν η Ουάσινγκτον παγώνει υποσχεμένα όπλα στην Ταϊβάν και τα ανταλλάσσει με μια εκεχειρία στο εμπόριο ή με μια χειραψία στο Πεκίνο, τότε κανείς δεν εγγυάται ότι δεν θα κάνει το ίδιο με την ανατολική Ευρώπη αύριο. Η αμερικανική προστασία έπαψε να είναι αρχή. Έγινε συναλλαγή.
Για την Ελλάδα, που στηρίζει μεγάλο μέρος της αποτροπής της σε αμερικανικά συστήματα και στην αμερικανική καλή θέληση, το μάθημα είναι ακόμη πιο άμεσο. Όποιος χτίζει την ασφάλειά του πάνω σε μια υπογραφή που μπορεί να παγώσει, χτίζει πάνω στην άμμο.
Η παγίδα
Και τώρα ερχόμαστε στο πιο επικίνδυνο σημείο, την παγίδα που κρύβει αυτή η ιστορία. Γιατί όταν ο προστάτης αμφιταλαντεύεται, ξυπνά πάντα μέσα στη χώρα μια φωνή που προσφέρει μια εύκολη διέξοδο: «αφού η Αμερική δεν είναι αξιόπιστη, ας τα βρούμε με τον αντίπαλο».
Στην Ταϊβάν, αυτή τη φωνή την εκφράζει σήμερα το Κουομιντάνγκ. Η πρόεδρός του, Τσενγκ Λι-γουν, έγινε τον Απρίλιο η πρώτη ηγέτιδα του κόμματος εδώ και μια δεκαετία που επισκέφθηκε την Κίνα και συναντήθηκε με τον Σι. Το κόμμα της βοήθησε να κοπεί το ειδικό αμυντικό πακέτο από τα 40 στα 25 δισεκατομμύρια. Και ενώ τώρα, στην Ουάσινγκτον, δηλώνει ότι δεν αντιτίθεται στις πωλήσεις όπλων, ταυτόχρονα κηρύσσει μια πολιτική προσέγγισης με το Πεκίνο. Δεν είναι τυχαίο ότι η αμερικανική πλευρά της φέρθηκε παγερά, ακυρώνοντας την τελευταία στιγμή τη συνάντησή της με το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας.
Η παγίδα, λοιπόν, είναι αυτή: να μπερδέψεις την αναξιοπιστία του προστάτη με λόγο να παραδοθείς στην απειλή. Είναι μια λογική που μοιάζει ρεαλιστική, αλλά οδηγεί στην υποταγή. Γιατί ο αντίπαλος δεν προσφέρει ασφάλεια. Προσφέρει αφομοίωση.
Η Ευρώπη γνωρίζει καλά αυτή τη φωνή, με άλλη προφορά. Είναι η φιλορωσική ακροδεξιά που, από το Βερολίνο ως τη Βουδαπέστη, υποστηρίζει ότι, αφού η Αμερική μας εγκαταλείπει, καλύτερα να συνεννοηθούμε με τη Μόσχα. Είναι η ίδια παγίδα, με ρωσικό αντί για κινεζικό πρόσημο. Και οδηγεί στο ίδιο τέλος: μια Ευρώπη που, φοβούμενη την εγκατάλειψη, παραδίδει την κυριαρχία της σε εκείνον ακριβώς που την απειλεί.
Η σωστή απάντηση
Υπάρχει όμως και τρίτος δρόμος, ανάμεσα στην τυφλή εξάρτηση και στην υποταγή. Τον έχουμε ονομάσει σε αυτή τη σειρά: στρατηγική αυτονομία. Η Ευρώπη οφείλει να χτίσει τη δική της ικανότητα να αμύνεται, ώστε να συνεργάζεται με την Αμερική όπου μπορεί, με λιγότερη Αμερική όπου χρειάζεται, και χωρίς την Αμερική αν χρειαστεί.
Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα πράγματα. Σημαίνει ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, ώστε καμία υπογραφή στην άλλη άκρη του Ατλαντικού να μην παγώνει την άμυνά μας. Σημαίνει η Ελλάδα να μετατρέψει τις υψηλές αμυντικές της δαπάνες σε πραγματική αυτονομία, και όχι σε εξάρτηση από έναν προμηθευτή που μπορεί να αλλάξει γνώμη. Και σημαίνει, πάνω από όλα, να αρνηθεί η Ευρώπη και τις δύο εύκολες λύσεις: και την ψευδαίσθηση ότι η Αμερική θα είναι πάντα εκεί, και τον πειρασμό να βρει καταφύγιο στην αγκαλιά της Μόσχας.
Ο καθρέφτης
Η Ταϊβάν στέκεται σήμερα μπροστά σε αυτό το δίλημμα στην πιο ακραία του μορφή, με μια υπερδύναμη να την προστατεύει με το ένα χέρι και να την παζαρεύει με το άλλο. Η Ευρώπη βρίσκεται λίγα βήματα πίσω στον ίδιο δρόμο.
Το μάθημα είναι διπλό, και πρέπει να το κρατήσουμε ολόκληρο. Πρώτον, μην εμπιστεύεσαι τυφλά έναν προστάτη που μετατρέπει τους συμμάχους του σε διαπραγματευτικά χαρτιά. Δεύτερον, και εξίσου σημαντικό, μην πέσεις στην παγίδα να ψάξεις ασφάλεια στην αγκαλιά εκείνου που σε απειλεί. Σήμερα το διαπραγματευτικό χαρτί λέγεται Ταϊπέι. Αν η Ευρώπη δεν σταθεί στα πόδια της, αύριο μπορεί να λέγεται μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα.
