Πλήρωσε 8,2 δισ., παρέλαβε δύο αεροσκάφη: η Ταϊβάν, οι καθυστερήσεις των F-16 και το μάθημα για όσους περιμένουν αμερικανικά όπλα
Επτά χρόνια μετά τη συμφωνία-μαμούθ για 66 μαχητικά, η Ταϊπέι δεν έχει δει ούτε ένα στο έδαφός της. Και ο πόλεμος στο Ιράν κάνει την αναμονή ακόμη μεγαλύτερη.
Η Ταϊβάν πλήρωσε 8,2 δισεκατομμύρια δολάρια για 66 νέα μαχητικά F-16. Επτά χρόνια αργότερα, έχει παραλάβει μόλις δύο. Δηλαδή, ούτε ένα δεν έχει προσγειωθεί ακόμη στο έδαφός της. Μάλιστα, κατά δημοσιεύματα, η Ταϊπέι ζητά πλέον αποζημίωση από την Ουάσιγκτον. Ωστόσο, το πρόβλημα ξεπερνά μια διμερή εμπορική διαφορά. Έτσι, η υπόθεση γίνεται μάθημα για κάθε χώρα που περιμένει αμερικανικά όπλα.
Η συμφωνία και η πραγματικότητα
Ας δούμε πρώτα τα βασικά μεγέθη. Η απόσταση σχεδίου και πράξης είναι χαώδης. Πρώτον, η σύμβαση υπογράφηκε το 2019, με αξία 8,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Δεύτερον, προέβλεπε 66 ολοκαίνουργια F-16 Block 70, με πρώτες παραδόσεις το 2024. Μάλιστα, η ολοκλήρωση είχε οριστεί για το τέλος του 2026. Επιπλέον, σήμερα έχουν παραδοθεί μόλις ένα με δύο αεροσκάφη. Ωστόσο, ακόμη και αυτά παραμένουν στις ΗΠΑ για δοκιμές. Γι’ αυτό το χρονοδιάγραμμα γλιστρά πλέον προς το 2027 και μετά.
Γιατί καθυστερούν
Οι αιτίες έχουν κατονομαστεί επίσημα από την ίδια την Ταϊπέι. Δεν πρόκειται για υποθέσεις. Καταρχάς, η ηγεσία της ταϊβανέζικης Αεροπορίας μίλησε για διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα. Έπειτα, ανέφερε ελλείψεις προσωπικού στο εργοστάσιο της Lockheed Martin στη Νότια Καρολίνα. Μάλιστα, πρόσθεσε προβλήματα στην ενσωμάτωση υλικού και λογισμικού. Επιπλέον, η κατασκευάστρια προσέλαβε προσωπικό και επέκτεινε τις βάρδιες. Ωστόσο, ούτε αυτό αρκεί για την τήρηση των προθεσμιών. Γι’ αυτό η Ταϊπέι αναπροσαρμόζει και τις πληρωμές της, ώστε να μην πληρώνει για απαράδοτο υλικό.
Το αίτημα της αποζημίωσης
Εδώ χρειάζεται προσεκτική απόδοση των πηγών. Η εικόνα έχει δύο επίπεδα. Πρώτον, ο πρωθυπουργός της Ταϊβάν έχει δηλώσει επίσημα ότι δεν αποκλείεται «νομική δράση» κατά του κατασκευαστή. Δεύτερον, το πρόγραμμα στρατιωτικών πωλήσεων των ΗΠΑ δεν προβλέπει άμεσες χρηματικές αποζημιώσεις. Μάλιστα, γι’ αυτό η συζήτηση στρέφεται σε τεχνική υποστήριξη, ανταλλακτικά ή εκτεταμένες εγγυήσεις. Επιπλέον, το «επίσημο αίτημα» προβάλλεται έντονα από κινεζικά μέσα, που χαίρονται κάθε ρήγμα Ταϊπέι-Ουάσιγκτον. Ωστόσο, οι καθυστερήσεις καθαυτές είναι πολλαπλά επιβεβαιωμένες. Γι’ αυτό ξεχωρίζουμε το τεκμηριωμένο από το πιθανό.
Ο πόλεμος του Ιράν αδειάζει τα ράφια
Και εδώ έρχεται το στοιχείο που δένει τα πάντα. Οι καθυστερήσεις έχουν πλέον και μια νέα αιτία. Πρώτον, τον Μάιο οι ΗΠΑ ανέστειλαν παραδόσεις όπλων 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς την Ταϊβάν. Δεύτερον, η αιτία ήταν οι ελλείψεις που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν. Μάλιστα, το συνολικό «στοκ» απαράδοτων όπλων προς την Ταϊπέι ξεπερνά τα 21 δισεκατομμύρια. Επιπλέον, κάθε πύραυλος που εκτοξεύεται στον Κόλπο λείπει από τον Ειρηνικό. Ωστόσο, αυτό επιβεβαιώνει ακριβώς το δίλημμα «Ιράν ή Ταϊβάν» που αναλύσαμε. Γι’ αυτό οι δύο κρίσεις συνδέονται πλέον ευθέως.
Το τραγικό timing
Η συγκυρία κάνει την καθυστέρηση ακόμη πιο οδυνηρή. Οι πιέσεις συσσωρεύονται ταυτόχρονα. Καταρχήν, μόλις αυτή την εβδομάδα ο κινεζικός στρατός επέδειξε τα πυρομαχικά «Ατσάλινη Βροχή». Ακολούθως, η Ταϊπέι άνοιξε την πόρτα στα δορυφορικά δίκτυα για ώρα κρίσης. Μάλιστα, οι κινεζικές ασκήσεις γύρω από το νησί πυκνώνουν. Επιπλέον, η αναμονή των μαχητικών αφήνει κενό στην αεροπορική ισχύ. Ωστόσο, τα παλαιότερα Mirage 2000 αποσύρονται σταδιακά. Γι’ αυτό κάθε μήνας καθυστέρησης μετρά διπλά.
Η βιομηχανία που δεν προλαβαίνει
Πίσω από τη συγκεκριμένη υπόθεση κρύβεται ένα δομικό πρόβλημα. Αφορά ολόκληρη την αμερικανική αμυντική βιομηχανία. Πρώτον, οι γραμμές παραγωγής δεν επαρκούν για δύο πολέμους και δεκάδες πελάτες. Δεύτερον, οι εφοδιαστικές αλυσίδες παραμένουν εύθραυστες μετά την πανδημία. Μάλιστα, τα αποθέματα πυραύλων αναπληρώνονται με ρυθμούς ετών. Επιπλέον, η ζήτηση εκτοξεύθηκε παγκοσμίως μετά την Ουκρανία. Ωστόσο, η αξιοπιστία του «οπλοστασίου της δημοκρατίας» δοκιμάζεται στην πράξη. Γι’ αυτό οι σύμμαχοι αρχίζουν να κάνουν δύσκολες ερωτήσεις.
Το μάθημα για κάθε πελάτη
Και εδώ η υπόθεση αφορά άμεσα και την Αθήνα. Το δίδαγμα είναι κοινό. Πρώτον, η Ελλάδα τρέχει το δικό της πρόγραμμα εκσυγχρονισμού F-16 στην έκδοση Viper. Δεύτερον, πρόκειται για την ίδια οικογένεια αεροσκαφών και την ίδια κατασκευάστρια. Μάλιστα, η χώρα περιμένει και τα δικά της F-35 στα επόμενα χρόνια. Επιπλέον, κάθε στενότητα στην αμερικανική παραγωγή αγγίζει δυνητικά και τα ελληνικά χρονοδιαγράμματα. Ωστόσο, το ελληνικό πρόγραμμα Viper προχωρά με συμμετοχή της εγχώριας βιομηχανίας. Γι’ αυτό η παρακολούθηση της αμερικανικής στενότητας είναι εθνικά χρήσιμη.
Το ευρωπαϊκό διακύβευμα
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το συμπέρασμα είναι στρατηγικό. Η εξάρτηση έχει κόστος. Πρώτον, όποιος στηρίζεται αποκλειστικά σε μία υπερφορτωμένη βιομηχανία, περιμένει στην ουρά. Δεύτερον, οι προτεραιότητες της Ουάσιγκτον καθορίζονται από τις δικές της κρίσεις. Μάλιστα, ο πόλεμος του Ιράν το απέδειξε με τον πιο απτό τρόπο. Επιπλέον, η Ευρώπη χτίζει ήδη δικές της λύσεις, από την αντιπυραυλική ασπίδα ως τα κοινά προγράμματα. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία χρειάζεται χρόνο και κλίμακα. Γι’ αυτό η στρατηγική αυτονομία παραμένει το ζητούμενο.
Το συμπέρασμα
Στο τέλος μένει μια εικόνα με καθολική αξία. Ένας πελάτης πλήρωσε, περίμενε, και ακόμη περιμένει. Πρώτον, η Ταϊβάν αγόρασε 66 μαχητικά και δεν έχει κανένα στο έδαφός της. Ωστόσο, η αιτία δεν είναι μόνο εργοστασιακή, αλλά και γεωπολιτική. Μάλιστα, ο πόλεμος του Ιράν ρουφά τα όπλα που περιμένουν άλλοι. Γι’ αυτό η αμερικανική στενότητα γίνεται πρόβλημα όλων των συμμάχων. Τελικά, στην εποχή των πολλαπλών κρίσεων, η ουρά για τα όπλα είναι κι αυτή γεωπολιτική.

