Ο πόλεμος φτάνει στο σπίτι των Ρώσων – Πώς η κρίση καυσίμων δοκιμάζει το «κοινωνικό συμβόλαιο» του Πούτιν

Οι ουκρανικές επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές της Ρωσίας δημιουργούν ελλείψεις καυσίμων και αυξάνουν την πίεση στην καθημερινότητα των πολιτών. Η κρίση δοκιμάζει το μοντέλο σταθερότητας πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η εξουσία του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Ο πόλεμος φτάνει στο σπίτι των Ρώσων – Πώς η κρίση καυσίμων δοκιμάζει το «κοινωνικό συμβόλαιο» του Πούτιν
Ουρές αυτοκινήτων έξω από πρατήριο καυσίμων στη Μόσχα, καθώς οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια προκαλούν ελλείψεις και αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων.

Για περισσότερα από τέσσερα χρόνια, η πλειονότητα των Ρώσων βίωνε τον πόλεμο κυρίως μέσα από τις ειδήσεις και τις επίσημες ανακοινώσεις. Οι μάχες διεξάγονταν εκατοντάδες ή και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις μεγάλες πόλεις, ενώ η καθημερινότητα συνέχιζε σχετικά ομαλά.

σχετικά άρθρα

Αυτό το δεδομένο αλλάζει.

Οι ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη πλήττουν πλέον συστηματικά διυλιστήρια, αποθήκες καυσίμων, τερματικούς σταθμούς και ενεργειακές εγκαταστάσεις βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια. Η επίθεση στο διυλιστήριο του Ομσκ, το μεγαλύτερο της Ρωσίας και σε απόσταση περίπου 2.800 χιλιομέτρων από τα ουκρανικά σύνορα, αποτέλεσε σημείο καμπής, καθώς απέδειξε ότι ακόμη και η Σιβηρία δεν βρίσκεται πλέον εκτός εμβέλειας.

Οι ουρές στα πρατήρια γίνονται η νέα εικόνα

Οι συνέπειες δεν άργησαν να φανούν.

Σε πολλές ρωσικές περιφέρειες καταγράφονται ουρές στα πρατήρια καυσίμων, προσωρινοί περιορισμοί στις πωλήσεις και αυξήσεις στις τιμές της βενζίνης και του ντίζελ. Τοπικές αρχές αναγκάζονται να διαχειριστούν την αυξημένη ζήτηση, ενώ οι πολίτες σπεύδουν να γεμίσουν τα ρεζερβουάρ τους υπό τον φόβο νέων ελλείψεων.

Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για μια χώρα που συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαίου στον κόσμο. Η έλλειψη καυσίμων δεν οφείλεται στην απουσία πρώτης ύλης, αλλά στις δυσκολίες επεξεργασίας και διανομής μετά τα πλήγματα στις ενεργειακές εγκαταστάσεις.

Το «κοινωνικό συμβόλαιο» του Πούτιν

Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη πολιτική διάσταση.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, η εξουσία του Βλαντίμιρ Πούτιν στηρίχθηκε σε ένα άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο: το κράτος προσφέρει ασφάλεια, οικονομική σταθερότητα και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και, σε αντάλλαγμα, η κοινωνία αποδέχεται έναν πιο συγκεντρωτικό τρόπο διακυβέρνησης.

Η συμφωνία αυτή δεν στηρίχθηκε μόνο στην πολιτική ισχύ του Κρεμλίνου. Στηρίχθηκε και στην αίσθηση ότι το κράτος μπορεί να προστατεύσει την καθημερινότητα των πολιτών ακόμη και σε περιόδους διεθνών κρίσεων.

Σήμερα, όμως, για πρώτη φορά μετά την έναρξη του πολέμου, η καθημερινότητα αρχίζει να επηρεάζεται άμεσα.

Η στρατηγική του Κιέβου αλλάζει

Οι ουκρανικές επιθέσεις δεν στοχεύουν τυχαία τις ενεργειακές υποδομές.

Το Κίεβο επιδιώκει να αυξήσει το οικονομικό κόστος του πολέμου για τη Ρωσία, να δυσκολέψει την τροφοδοσία των στρατιωτικών επιχειρήσεων και ταυτόχρονα να μεταφέρει το αίσθημα της ανασφάλειας βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια.

Η στρατηγική αυτή δεν αποσκοπεί μόνο στη φυσική καταστροφή εγκαταστάσεων. Στόχος της είναι να αναγκάσει τη Μόσχα να διαθέσει περισσότερους πόρους για την προστασία κρίσιμων υποδομών, να αυξήσει το οικονομικό κόστος του πολέμου και να δημιουργήσει εσωτερική πίεση. Οι πρόσφατες επιθέσεις επηρέασαν όχι μόνο διυλιστήρια αλλά και θαλάσσιες μεταφορές και ενεργειακές υποδομές στη Θάλασσα του Αζόφ, επιβαρύνοντας περαιτέρω τη ρωσική εφοδιαστική αλυσίδα.

Η οικονομία αντέχει, αλλά πιέζεται

Παρά τις δυσκολίες, είναι πρόωρο να μιλήσει κανείς για κατάρρευση της ρωσικής οικονομίας.

Η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά ενεργειακά αποθέματα, ισχυρή κρατική παρέμβαση και μηχανισμούς ελέγχου της αγοράς. Ωστόσο, οι συνεχείς επιθέσεις αυξάνουν το κόστος συντήρησης των εγκαταστάσεων, περιορίζουν την παραγωγική ικανότητα και δημιουργούν προβλήματα στη διανομή καυσίμων. Οι επιθέσεις έχουν ήδη οδηγήσει σε προσωρινή παύση λειτουργίας μεγάλων μονάδων και σε διακοπές των συναλλαγών βενζίνης και ντίζελ από ορισμένα διυλιστήρια.

Η πίεση αυτή συμπίπτει με έναν πόλεμο που διαρκεί περισσότερο από όσο είχε αρχικά υπολογίσει το Κρεμλίνο και με αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες που επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ψυχολογικός

Ίσως η σημαντικότερη αλλαγή να μην αφορά τα καύσιμα, αλλά την αντίληψη των ίδιων των πολιτών.

Για πρώτη φορά, εκατομμύρια Ρώσοι βλέπουν ότι ο πόλεμος μπορεί να επηρεάσει άμεσα τη ζωή τους. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για εικόνες από το μέτωπο ή για επίσημες ανακοινώσεις του υπουργείου Άμυνας. Πρόκειται για ουρές στα πρατήρια, για αυξημένο κόστος μετακίνησης, για προβλήματα στις μεταφορές και για επιθέσεις που φτάνουν ακόμη και σε περιοχές που θεωρούνταν μέχρι πρόσφατα απολύτως ασφαλείς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινωνική στήριξη προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν έχει καταρρεύσει. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις μαζικής πολιτικής αμφισβήτησης. Υπάρχουν όμως σαφείς ενδείξεις ότι η αίσθηση ασφάλειας που χαρακτήριζε μεγάλο μέρος της ρωσικής κοινωνίας δοκιμάζεται περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή από την έναρξη του πολέμου.

Γιατί αφορά και την Ευρώπη

Οι εξελίξεις δεν περιορίζονται στη Ρωσία.

Κάθε πλήγμα στις ρωσικές ενεργειακές υποδομές επηρεάζει τις διεθνείς αγορές ενέργειας, τις μεταφορές και τη ναυσιπλοΐα. Παράλληλα, αυξάνει την πιθανότητα περαιτέρω κλιμάκωσης, καθώς η Μόσχα επιχειρεί να απαντήσει με νέες επιθέσεις κατά ουκρανικών ενεργειακών ή αστικών στόχων.

Για την Ευρώπη, αλλά και για την Ελλάδα, η σταθερότητα στην αγορά ενέργειας εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τον πληθωρισμό, το κόστος παραγωγής και τις τιμές των καυσίμων.

Η μεγάλη εικόνα

Οι ουκρανικές επιθέσεις δεν έχουν αλλάξει ακόμη τους πολιτικούς συσχετισμούς στη Ρωσία. Έχουν όμως αλλάξει κάτι εξίσου σημαντικό: την καθημερινότητα.

Όσο ο πόλεμος επηρεάζει την πρόσβαση στα καύσιμα, τις τιμές και την αίσθηση ασφάλειας, τόσο αυξάνεται η πίεση προς το Κρεμλίνο να αποδείξει ότι εξακολουθεί να ελέγχει την κατάσταση. Το άτυπο «κοινωνικό συμβόλαιο» πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η εξουσία του Βλαντίμιρ Πούτιν δεν έχει καταρρεύσει. Βρίσκεται όμως αντιμέτωπο με τη σοβαρότερη δοκιμασία του από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.