Όζαλ: Όταν η Τουρκία κοιτούσε Δύση. Ερντογάν, το αντίο στην ΕΕ;

Όζαλ: Όταν η Τουρκία κοιτούσε Δύση. Ερντογάν, το αντίο στην ΕΕ;

Ο Τουργκούτ Οζάλ οραματιζόταν μια Τουρκία δυτικοστραφή, μέλος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, ακόμη και μετά την ένταση στα ελληνοτουρκικά του 1987. Σήμερα, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με την Τουρκία να έχει φτάσει τα 86 εκατομμύρια πληθυσμό, χαράζει μια πορεία μακριά από τις Βρυξέλλες και την Αθήνα, με το βλέμμα σε Νέα Υόρκη και Σαγκάη. Μια δραματική αλλαγή που καθορίζει το μέλλον της περιοχής.

σχετικά άρθρα

Η σύγκριση του Ερντογάν με τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, αν και συνηθισμένη, είναι λιγότερο δόκιμη. Αντίθετα, η αντιπαραβολή με τον Τουργκούτ Οζάλ, τον ηγέτη που επηρέασε καθοριστικά την τουρκική πολιτική και κοινωνία στο τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα, φανερώνει τις πραγματικές μετατοπίσεις.

Ο Οζάλ, πρωθυπουργός για έξι χρόνια και πρόεδρος για τρία, θεωρείται ο θεμελιωτής του οικονομικού μοντέλου που εκτόξευσε την Τουρκία σε μία από τις είκοσι μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη. Παράλληλα, διαχειρίστηκε επιτυχώς την ελληνοτουρκική κρίση του Μαρτίου 1987, οδηγώντας στη συνάντηση του Νταβός με τον Ανδρέα Παπανδρέου τον Ιανουάριο του 1988 και στο άνοιγμα ενός νέου κεφαλαίου στις διμερείς σχέσεις.

Ο στρατηγικός του προσανατολισμός ήταν σαφής: αποτελεσματική συμμετοχή σε όλους τους δυτικούς διεθνείς οργανισμούς και πλήρης ένταξη στην ΕΟΚ. Εβδομάδες μετά την κρίση του ’87, η Τουρκία υπέβαλε αίτηση ένταξης. Μάλιστα, κυκλοφόρησε βιβλίο στα γαλλικά, «La Turquie en Europe», με την υπογραφή του, που επιχειρηματολογούσε υπέρ των μικρασιατικών ριζών του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ο διπλωματικός του σύμβουλος, Γκιουντούζ Ακτάν, αργότερα πρέσβης στην Αθήνα, υπογράμμιζε ότι ο δρόμος της Άγκυρας προς τις Βρυξέλλες περνούσε από την Αθήνα.

Σήμερα, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Ο Ερντογάν, με τις διευρυμένες εξουσίες του μετά το 2017, δεν έχει πλέον την ανάγκη έγκρισης από τον στρατό ή τη γραφειοκρατία. Ο δικός του οραματισμός αποτυπώνεται στο βιβλίο «Ένας δικαιότερος κόσμος είναι εφικτός» (2021), γραμμένο στα τουρκικά και μεταφρασμένο στις επίσημες γλώσσες του ΟΗΕ. Εδώ, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός αντιμετωπίζεται με αδιαφορία, οι μικρασιατικές ρίζες δεν αναζητούνται πια. Η έμφαση δίνεται στις παγκόσμιες φιλοδοξίες της Τουρκίας, στη μεταρρύθμιση του ΟΗΕ και στον «μεταδυτικό» κόσμο του 21ου αιώνα, όπου η δημοκρατία και οι δυτικές αξίες δεν αποτελούν προϋπόθεση.

Η Τουρκία του 2026 είναι μια άλλη χώρα. Ο δρόμος της Άγκυρας δεν περνά πλέον από την Αθήνα ή τις Βρυξέλλες, αλλά από τη Νέα Υόρκη ή τη Σαγκάη. Ακόμη και ο πραγματιστής Οζάλ, αν ζούσε, θα διαπίστωνε τον κίνδυνο «να γεράσει η Τουρκία πριν πλουτίσει», καθώς ο δείκτης γονιμότητας έχει πέσει κάτω από πολλά ευρωπαϊκά κράτη, καθιστώντας εξωπραγματική την αύξηση πληθυσμού στα 100 εκατομμύρια. Πιθανότατα θα απέφευγε τις επικίνδυνες ατραπούς του μαξιμαλισμού στις διεθνείς σχέσεις, βλέποντας τον υπαρκτό δημογραφικό κίνδυνο.

Η νέα πραγματικότητα απαιτεί από εμάς να κατανοήσουμε ότι η Τουρκία μεταμορφώθηκε. Η ιστορική πορεία της χώρας, από την προσπάθεια ενσωμάτωσης στη Δύση του Οζάλ έως τη σημερινή πολυδιάστατη και αυτονομιστική πολιτική του Ερντογάν, έχει άμεσες επιπτώσεις για την Ελλάδα και την ευρύτερη περιοχή. Η κατανόηση αυτής της αλλαγής είναι κρίσιμη για τη χάραξη αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής.