Για να κατανοήσει κανείς τη σημερινή κατάσταση στη Μέση Ανατολή, δεν αρκεί να την εξετάζει μέσα από το πρίσμα της Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με αναλύσεις που προέρχονται από το Ισραήλ, η εικόνα αλλάζει δραστικά όταν το επίκεντρο μεταφέρεται στο Τελ Αβίβ, όπου οι σειρήνες αεροπορικής επιδρομής αποτελούν καθημερινή πραγματικότητα και η συζήτηση γύρω από την ασφάλεια δεν είναι θεωρητική αλλά συνδέεται άμεσα με την επιβίωση του κράτους.
σχετικά άρθρα
Μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023, η ισραηλινή κοινωνία λειτουργεί υπό μια λογική που πολλοί δυτικοί παρατηρητές δυσκολεύονται να κατανοήσουν πλήρως: την αντίληψη ότι ορισμένοι από τους γείτονές της και οι σύμμαχοί τους έχουν ως βασικό στόχο την εξαφάνιση του Ισραήλ.
Η γεωγραφία των απειλών, όπως την περιγράφουν ισραηλινοί αναλυτές, είναι εκτεταμένη. Στον βορρά βρίσκεται η Χεζμπολάχ, η οποία, σύμφωνα με εκτιμήσεις, διαθέτει πάνω από 150.000 ρουκέτες στραμμένες προς το Ισραήλ και υποστηρίζεται στρατιωτικά και οικονομικά από το Ιράν. Στην Τεχεράνη, μάλιστα, έχει εγκατασταθεί από το 2020 ένα «ρολόι αντίστροφης μέτρησης» που αναφέρεται στην ημερομηνία κατά την οποία το Ισραήλ θα πάψει να υπάρχει. Στη Γάζα, η Χαμάς πραγματοποίησε την πιο θανατηφόρα επίθεση κατά Εβραίων μετά το Ολοκαύτωμα, ενώ από την Υεμένη πύραυλοι των Χούθι έχουν φτάσει μέχρι το Τελ Αβίβ.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον διαμορφώνεται μια έντονη στρατηγική συζήτηση στο Ισραήλ, η οποία βασίζεται σε δύο βασικές σχολές σκέψης των διεθνών σχέσεων: τον φιλελευθερισμό και τον ρεαλισμό. Σε πολλές χώρες οι δύο αυτές προσεγγίσεις αποτελούν θεωρητικά μοντέλα ανάλυσης. Στην περίπτωση του Ισραήλ, όμως, μετατρέπονται σε εναλλακτικές στρατηγικές επιβίωσης.
Η φιλελεύθερη προσέγγιση, που συνδέεται με θεωρητικούς όπως ο Ρόμπερτ Κίοχαν και ο Τζόζεφ Νάι, υποστηρίζει ότι η μακροπρόθεσμη ασφάλεια δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στη στρατιωτική ισχύ. Προϋποθέτει θεσμούς, αλληλεξάρτηση και πολιτικές λύσεις που αντιμετωπίζουν τα βαθύτερα αίτια των συγκρούσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς και οι Χούθι λειτουργούν ως εργαλεία της ιρανικής στρατηγικής. Η Τεχεράνη, σύμφωνα με αυτή την άποψη, χρησιμοποιεί την παλαιστινιακή υπόθεση για να ενισχύσει την επιρροή της στον αραβικό κόσμο. Μια αξιόπιστη πολιτική λύση για τους Παλαιστινίους, υποστηρίζουν οι υποστηρικτές της προσέγγισης αυτής, θα μπορούσε να αποδυναμώσει το αφήγημα που χρησιμοποιεί το Ιράν και να περιορίσει τη στρατολόγηση και τη νομιμοποίηση των οργανώσεων αυτών.
Αυτή η οπτική δεν απουσιάζει από την ισραηλινή κοινωνία. Μέρος της ισραηλινής αριστεράς και αρκετοί διεθνείς αναλυτές θεωρούν ότι το παλαιστινιακό ζήτημα δεν μπορεί να επιλυθεί με στρατιωτικά μέσα και ότι κάθε επιχείρηση στη Γάζα ή στον Λίβανο προσφέρει μόνο προσωρινή ανακούφιση, ενώ ενισχύει τη ριζοσπαστικοποίηση σε βάθος χρόνου.
Η ρεαλιστική σχολή σκέψης, ωστόσο, προσφέρει μια διαφορετική ερμηνεία. Θεωρητικοί όπως ο Χανς Μοργκεντάου, ο Κένεθ Γουόλτζ και ο Τζον Μίρσχαϊμερ υποστηρίζουν ότι τα κράτη λειτουργούν σε ένα διεθνές σύστημα χωρίς ανώτερη αρχή και επιδιώκουν κυρίως την ασφάλεια και την ισχύ.
Σύμφωνα με αυτή την οπτική, η υποστήριξη του Ιράν προς τη Χεζμπολάχ δεν οφείλεται κυρίως στην παλαιστινιακή υπόθεση αλλά στη στρατηγική αξία της οργάνωσης ως στρατιωτικής δύναμης στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ. Η παρουσία αυτή λειτουργεί ως εργαλείο αποτροπής και ως διαπραγματευτικό χαρτί σε μελλοντικές γεωπολιτικές εξελίξεις.
Η προσέγγιση αυτή έχει ισχυρή απήχηση σε μια κοινωνία που τα τελευταία χρόνια αντιμετώπισε επιθέσεις από πολλές κατευθύνσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η βασική λογική είναι ότι η αποτροπή βασίζεται στην απειλή ισχυρής ανταπόδοσης και ότι μόνο αυτή μπορεί να αποτρέψει νέες επιθέσεις.
Η στρατηγική «μέγιστης πίεσης» που εφάρμοσε ο Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο Ιράν αποκτά διαφορετική σημασία όταν εξετάζεται από την οπτική του Τελ Αβίβ. Για αρκετούς ισραηλινούς αναλυτές, η πολιτική αυτή δεν αποτελεί απλώς μια διπλωματική πρωτοβουλία αλλά μια προσπάθεια αποδυνάμωσης της οικονομικής και στρατηγικής ισχύος της Τεχεράνης μέσω κυρώσεων και οικονομικών πιέσεων.
Στόχος, σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, είναι να περιοριστούν οι οικονομικοί πόροι που διαθέτει το Ιράν για τη στήριξη οργανώσεων όπως η Χεζμπολάχ ή για τον εξοπλισμό ομάδων στη Γάζα.
Οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις που προκαλεί αυτή η στρατηγική είναι εμφανείς στην περιοχή. Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται ανάμεσα σε πολιτικές αποκλιμάκωσης και στρατηγικής συνεργασίας με τη Δύση, ο Λίβανος δυσκολεύεται να ελέγξει το έδαφός του και το Ιράκ παραμένει διχασμένο ανάμεσα στην παρουσία αμερικανικών δυνάμεων και τις φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές.
Παράλληλα, οι Συμφωνίες του Αβραάμ — η εξομάλυνση σχέσεων του Ισραήλ με χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν — θεωρούνται από ορισμένους ως μια προσπάθεια δημιουργίας συμμαχιών με βάση κοινά στρατηγικά συμφέροντα, παρακάμπτοντας προσωρινά το παλαιστινιακό ζήτημα.
Ωστόσο, η βασική εξίσωση ασφαλείας που αντιμετωπίζει το Ισραήλ παραμένει, σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, αμετάβλητη: ένα κράτος που βρίσκεται σε μια περιοχή όπου αρκετοί δρώντες — με διαφορετικό βαθμό ισχύος — διατηρούν εχθρική στάση απέναντί του.
Σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και τον ρεαλισμό δεν παραμένει θεωρητική. Για το Ισραήλ, αποτελεί καθημερινό δίλημμα στρατηγικής: αν η ασφάλεια θα επιτευχθεί μέσα από πολιτικές λύσεις ή μέσω ισχυρής αποτροπής. Οι δύο προσεγγίσεις προσφέρουν διαφορετικές απαντήσεις, όμως καμία δεν φαίνεται να δίνει οριστική λύση στο πρόβλημα.

