Ο ΟΗΕ διαπιστώνει μείωση της παγκόσμιας πείνας για τρίτη χρονιά

Ο ΟΗΕ διαπιστώνει μείωση της παγκόσμιας πείνας για τρίτη χρονιά
Ο ΟΗΕ διαπιστώνει μείωση της παγκόσμιας πείνας για τρίτη χρονιά

Η παγκόσμια πείνα μειώθηκε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά το 2025, σύμφωνα με νέα έκθεση των Ηνωμένων Εθνών, η οποία καταγράφει βελτιώσεις σε όλες τις ηπείρους. Παρά τη θετική αυτή εξέλιξη, οι αυξανόμενοι κίνδυνοι από κλιματικά φαινόμενα και διαταραχές στο διεθνές εμπόριο ενδέχεται να επιβραδύνουν την πρόοδο.

σχετικά άρθρα

Περίπου 645 εκατομμύρια άνθρωποι, που αντιστοιχούν στο 7,8% του παγκόσμιου πληθυσμού, βίωσαν πείνα το 2025, έναντι 8,1% το 2024 και 8,6% το 2022. Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στην έκθεση “State of Food Security and Nutrition in the World”, την οποία εκπόνησαν πέντε υπηρεσίες του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Η μεγαλύτερη πρόοδος καταγράφηκε στην Ασία, κυρίως στην Ινδία, καθώς και στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική. Παράλληλα, ορισμένες αφρικανικές χώρες άρχισαν να αναστρέφουν χρόνια επιδείνωσης, αν και η Αφρική παραμένει η ήπειρος με τον μεγαλύτερο αριθμό υποσιτισμένων ανθρώπων, φτάνοντας τα 309 εκατομμύρια, δηλαδή ένας στους πέντε κατοίκους.

Οι ειδικοί των Ηνωμένων Εθνών εκτιμούν ότι η πείνα θα συνεχίσει να μειώνεται έως το 2030, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξουν σοβαρές ανατροπές.

«Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια είναι ότι φέτος το ποσοστό της πείνας έχει μειωθεί σε όλες τις ηπείρους, συμπεριλαμβανομένης της Αφρικής, αν και πολύ ελαφρώς», δήλωσε στο Reuters ο Μάξιμο Τορέρο, επικεφαλής οικονομολόγος του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO).

Ο κ. Τορέρο σημείωσε ότι η τάση αυτή δημιουργεί αισιοδοξία, ωστόσο προειδοποίησε πως οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι καιρικές ανωμαλίες αποτελούν σημαντικές απειλές για τα παγκόσμια συστήματα τροφίμων. Ανάμεσα στους άμεσους κινδύνους συγκαταλέγονται τα προβλήματα στη ναυσιπλοΐα μέσω του Στενού του Ορμούζ, το οποίο αποτελεί κρίσιμη οδό για την ενέργεια και τις γεωργικές εισροές.

Η διακοπή αυτή αυξάνει το κόστος καυσίμων, λιπασμάτων και μεταφορών, επηρεάζοντας την παραγωγή τροφίμων παγκοσμίως. Παράλληλα, ένα ισχυρό φαινόμενο Ελ Νίνιο θα μπορούσε να προκαλέσει επιπλέον πιέσεις στις ευάλωτες αγροτικές περιοχές.

Επιπλέον, ο κ. Τορέρο πρόσθεσε ότι: «Ελπίζουμε ότι η τάση δεν θα αλλάξει, αλλά υπάρχουν διάφοροι κίνδυνοι που μας επηρεάζουν αυτή τη στιγμή».

Η Ινδία, όπου διαμένει σχεδόν το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πληθυσμού, παρουσίασε αξιοσημείωτη βελτίωση, καθώς το ποσοστό πείνας υποχώρησε κάτω από το 10%. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται σε στοχευμένα προνοιακά προγράμματα και στην αυξανόμενη αγροτική παραγωγικότητα.

Θετικά αποτελέσματα καταγράφονται επίσης σε αφρικανικές χώρες όπως η Αιθιοπία, η Τανζανία, η Ζιμπάμπουε, η Σενεγάλη και η Ζάμπια, ενώ η Δομινικανή Δημοκρατία δεν περιλαμβάνεται πλέον στον παγκόσμιο χάρτη της πείνας.

Ο κ. Τορέρο επισήμανε ότι ο πόλεμος στη Γάζα δεν επηρέασε ουσιαστικά τα συνολικά στοιχεία, καθώς η έκθεση εστιάζει στον μακροχρόνιο υποσιτισμό και όχι στην οξεία επισιτιστική κρίση που προκαλούν συγκρούσεις ή φυσικές καταστροφές.

Επίσης, οι παραδόσεις τροφίμων στη Γάζα έχουν αυξηθεί, συμβάλλοντας στη σταθεροποίηση των συνθηκών, ωστόσο η ανοικοδόμηση του γεωργικού τομέα θα απαιτήσει χρόνια.

Παρά τη μείωση της πείνας, ο παιδικός υποσιτισμός παραμένει υψηλός, ενώ η αναιμία στις γυναίκες επιδεινώνεται. Η έκθεση υπογραμμίζει επίσης τη σταθερή αύξηση της παχυσαρκίας στους ενήλικες.

Η πρόσβαση σε θρεπτικά τρόφιμα εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση. Σύμφωνα με τα στοιχεία, 2,69 δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν διαθέτουν τους οικονομικούς πόρους για μια υγιεινή διατροφή, η οποία κοστίζει κατά μέσο όρο 4,28 δολάρια την ημέρα (σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης).

Το πρόβλημα είναι εντονότερο στην Αφρική, όπου το 66,1% του πληθυσμού αδυνατεί να αντέξει οικονομικά μια υγιεινή διατροφή – ποσοστό υπερδιπλάσιο από εκείνο της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.

Επιπλέον, ο κ. Τορέρο εξήγησε ότι η Αφρική πλήττεται από αδύναμες υποδομές, ανεπαρκείς εγκαταστάσεις ψύξης και μη αποδοτικά δίκτυα μεταφορών, τα οποία αυξάνουν το κόστος ευπαθών τροφίμων όπως φρούτα, λαχανικά, γάλα και κρέας.

Τέλος, η ήπειρος αντιμετωπίζει εμπόδια από κατακερματισμένους κανονισμούς και μη δασμολογικούς φραγμούς που περιορίζουν το διασυνοριακό εμπόριο τροφίμων, επισημαίνει η έκθεση του ΟΗΕ.