Ο Ντόναλντ Τραμπ θεωρεί τη συμφωνία με το Ιράν επωφελή για το Ισραήλ
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, εξέφρασε την πεποίθηση ότι η νέα συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν εξυπηρετεί τα συμφέροντα ασφαλείας του Ισραήλ.
Η δήλωση αυτή έγινε στο περιθώριο της συνόδου της G7.
Ο Αμερικανός πρόεδρος αποκάλυψε ότι είχε συζητήσει το θέμα με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου. Στον διάλογό τους, ο κ. Τραμπ υποστήριξε ότι η εν λόγω συμφωνία αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλεια του Ισραήλ, η οποία, κατά την άποψή του, ήταν η πιθανότητα ενός πυρηνικού χτυπήματος στο κέντρο της χώρας. Υπενθύμισε στον κ. Νετανιάχου ότι η αποτροπή της απόκτησης πυρηνικών όπλων από το Ιράν αποτελούσε ανέκαθεν βασικό αίτημα του Ισραήλ, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι η ισραηλινή πλευρά θα πρέπει να είναι ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα της συμφωνίας. Οι εξελίξεις αυτές εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο των Διεθνών σχέσεων και των προσπαθειών για διατήρηση της σταθερότητας στην περιοχή.
Ωστόσο, οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου έρχονται σε αντίθεση με το κλίμα που επικρατεί στο Ισραήλ. Ισραηλινά μέσα ενημέρωσης μεταδίδουν ότι κυβερνητικοί και αμυντικοί κύκλοι αντιμετωπίζουν το περιεχόμενο της συμφωνίας με επιφυλακτικότητα, εκφράζοντας αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητά της.
Ειδικότερα, επισημαίνεται πως η βασική δέσυμευση της Τεχεράνης αφορά τη μη απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου, χωρίς να προβλέπονται άμεσα πρόσθετα μέτρα ή ουσιαστικές παραχωρήσεις από την ιρανική πλευρά.
Παράλληλα, το Ιράν έχει συμφωνήσει να συμμετάσχει σε νέο κύκλο διαπραγματεύσεων εντός διμήνου, με στόχο τη διαμόρφωση μιας ευρύτερης συμφωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, αναμένεται σταδιακή χαλάρωση των οικονομικών κυρώσεων κατά της χώρας, γεγονός που προκαλεί ανησυχία σε μερίδα της ισραηλινής Πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.
Επιπρόσθετα, η συμφωνία περιλαμβάνει την έναρξη διαδικασιών για την άρση αμερικανικών κυρώσεων, την αποδέσμευση ιρανικών περιουσιακών στοιχείων, τη σταδιακή αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, καθώς και την έναρξη συνομιλιών με ορίζοντα 60 ημερών για μια συνολική διπλωματική διευθέτηση.
