Ο Ντόναλντ Τραμπ συγκρίνεται με την κρίση του 1979 στο Ιράν
Οι προσπάθειες του Ντόναλντ Τραμπ για την επίτευξη συμφωνίας με το Ιράν φέρνουν στην επιφάνεια ιστορικές αναλογίες, συνδέοντας την παρούσα κατάσταση με ένα κομβικό κεφάλαιο της αμερικανικής πολιτικής ιστορίας και την αρχική του επαφή με αυτήν.
Η αφετηρία αυτών των παραλληλισμών εντοπίζεται στην κρίση των ομήρων του 1979, όταν η κατάληψη της αμερικανικής πρεσβείας στην Τεχεράνη είχε ως αποτέλεσμα την αιχμαλωσία 52 διπλωματών για 444 ημέρες. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα για την Ουάσινγκτον, μειώνοντας την επιρροή της στη Μέση Ανατολή και θέτοντας τις βάσεις για δεκαετίες έντασης στις σχέσεις ΗΠΑ – Ιράν.
Ανάλυση του Guardian υποστηρίζει ότι το περιστατικό αυτό μπορεί να θεωρηθεί η αφετηρία της μακράς πορείας του κ. Τραμπ προς τον Λευκό Οίκο, μια πορεία που ενδέχεται σήμερα να επηρεαστεί από τις αποφάσεις του σχετικά με την αντιπαράθεση με την Τεχεράνη.
Η κρίση των ομήρων και οι πρώτες πολιτικές δηλώσεις του Τραμπ
Τον Οκτώβριο του 1980, εν μέσω της κρίσης ομηρίας και ενώ ο τότε πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ βρισκόταν σε δυσχερή θέση, ο κ. Τραμπ είχε δηλώσει στο NBC ότι η κατάσταση ήταν «γελοία» και είχε ζητήσει στρατιωτική επέμβαση. Είχε αναφέρει συγκεκριμένα πως «είναι φρίκη να επιτρέπεται σε μια χώρα όπως το Ιράν να κρατά τους ομήρους μας».
Έναν μήνα αργότερα, ο πρόεδρος Κάρτερ ηττήθηκε από τον Ρόναλντ Ρέιγκαν, εν μέσω ενός παγιωμένου αισθήματος αδυναμίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σχεδόν μισό αιώνα μετά, ο κ. Τραμπ φαίνεται να αντιμετωπίζει παρόμοιες προκλήσεις, καθώς η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με το Ιράν εκτυλίσσεται με απρόβλεπτο τρόπο.
Ο ίδιος ο κ. Τραμπ επικαλέστηκε την κρίση των ομήρων κατά την έναρξη της εκστρατείας του, στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει μια ενέργεια για την οποία η αμερικανική κοινή γνώμη δεν φαινόταν προετοιμασμένη. Επιπλέον, είχε συχνά δηλώσει πως δεν επιθυμούσε να μοιάσει στον Κάρτερ, τον οποίο θεωρούσε σύμβολο αδυναμίας.
Αντιμέτωπος με τις ίδιες παγίδες
Τρεισήμισι μήνες μετά την έναρξη της κλιμάκωσης, ο κ. Τραμπ βρίσκεται σε μια θέση που εμφανίζει ομοιότητες με εκείνη του προκατόχου του. Η ανάπτυξη χερσαίων στρατευμάτων θεωρείται πολιτικά ασύμφορη, ενώ η στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ εκτιμάται ότι αντιμετωπίζει περιορισμούς.
Παρόμοια με την προηγούμενη περίοδο, το Ιράν εμφανίζεται συσπειρωμένο. Η πολιορκία της πρεσβείας το 1979 χρησιμοποιήθηκε από τον Αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί για την ενίσχυση της νέας Ισλαμικής Δημοκρατίας. Αντίστοιχα, η τρέχουσα αντιπαράθεση, με αναφορές σε χιλιάδες νεκρούς αμάχους και εκτεταμένες καταστροφές, εκτιμάται ότι ενισχύει την εσωτερική νομιμοποίηση του καθεστώτος.
Μετά τον θάνατο του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ο κ. Τραμπ είχε καλέσει τους Ιρανούς να «ανατρέψουν τη δική τους κυβέρνηση». Εντούτοις, η κοινωνία παρέμεινε σιωπηλή, ενώ ο ίδιος στη συνέχεια πρότεινε συνάντηση με τον διάδοχο του Χαμενεΐ, Μοτζτάμπα.
Το μνημόνιο κατανόησης και η νέα ισορροπία
Η μεταβολή της στάσης του αποτυπώνεται στο μνημόνιο κατανόησης (MOU) που υπεγράφη την Τετάρτη, το οποίο ορίζει ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θα σέβονται την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα η μία της άλλης». Η διατύπωση αυτή, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, εκπληρώνει την ανάγκη του Ιράν για εγγυήσεις ασφάλειας.
Αντιδράσεις και πολιτικό κόστος
Οι Ιρανοί της διασποράς, οι οποίοι είχαν υποστηρίξει τον κ. Τραμπ με την προσδοκία αλλαγής καθεστώτος, εκφράζουν πλέον απογοήτευση. Ο Ρεζά Παχλαβί έκανε λόγο για «μικτά μηνύματα» από τον Λευκό Οίκο. Παράλληλα, εντός των ΗΠΑ, η βάση του προέδρου εμφανίζει ενδείξεις διαφοροποίησης: οι υποστηρικτές της γραμμής “America First” αντιτίθενται στην κλιμάκωση, ενώ «σκληροπυρηνικοί» Ρεπουμπλικανοί την ερμηνεύουν ως ένδειξη αδυναμίας.
Η κριτική εντείνεται και από τον Τύπο, με τους New York Times να δημοσιεύουν κύριο άρθρο υπό τον τίτλο «Ο Πρόεδρος Τραμπ έχασε αυτόν τον πόλεμο». Η σύγκριση με τον πρόεδρο Κάρτερ είναι αναπόφευκτη, καθώς και η δική του φήμη επηρεάστηκε σημαντικά από τις εξελίξεις στο Ιράν, παρά τη μεταγενέστερη αποκατάστασή της.
Η επανάληψη της ιστορίας
Η γεωστρατηγική σημασία του Ιράν συνεπάγεται βαρύ πολιτικό κόστος. Παρά τα ενδεχόμενα πρόσκαιρα οικονομικά οφέλη από τη μείωση των τιμών καυσίμων, ο κ. Τραμπ αντιμετωπίζει διεθνή αποδοκιμασία. Η ιστορία υποδεικνύει ότι προηγούμενοι πρόεδροι που παρέβλεψαν το ιρανικό προηγούμενο αντιμετώπισαν σημαντικές συνέπειες.
Από τον Ρέιγκαν και το σκάνδαλο Iran-Contra έως τον Τζορτζ Μπους τον νεότερο, οι Αμερικανοί πρόεδροι είχαν επιδείξει προσεκτικούς χειρισμούς για την αποφυγή άμεσης σύγκρουσης. Ο κ. Τραμπ, αντιθέτως, είχε δηλώσει πως ενήργησε με τρόπο που κανείς άλλος δεν είχε τολμήσει.
Το αβέβαιο μέλλον και η «ομηρία» του Τραμπ
Η βιωσιμότητα του MOU εξαρτάται από τη ρύθμιση του ζητήματος του εμπλουτισμού ουρανίου εντός 60 ημερών. Ιρανοί διαπραγματευτές, όπως ο Μοχάμαντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ και ο Αμπάς Αραγτσί, εκφράζουν φόβους ότι οι ΗΠΑ ενδέχεται να επαναλάβουν τις ενέργειες.
Σήμερα, το Ιράν διαθέτει ένα σημαντικότερο στρατηγικό πλεονέκτημα σε σχέση με την κρίση του 1979: τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, ενός κρίσιμου διαδρόμου για την παγκόσμια οικονομία. Δύο γενιές μετά την πρώτη κρίση, ο κ. Τραμπ βρίσκεται εκ νέου αντιμέτωπος με μια μορφή πολιτικής «ομηρίας». Όπως σημειώνει η ανάλυση του Guardian, αυτή η κατάσταση «θα έμοιαζε οικεία στον Κάρτερ».
