Ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε τη δέσμευση της Ελλάδας σε ΕΕ και ΗΠΑ
Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συμμετείχε σε συζήτηση με τη δημοσιογράφο του CNN, Κριστιάν Αμανπούρ, στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Αποτυπώνοντας το μέλλον», που συνδιοργανώθηκε από τον Economist και το iefimerida.gr.
Ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε στα διδάγματα από την εποχή του Ελευθερίου Βενιζέλου, τονίζοντας ότι η Ελλάδα ακολουθούσε πάντα τη σωστή κατεύθυνση και αντιμετώπισε επιτυχώς τις απειλές. Σημείωσε ότι η θέση της χώρας στον κόσμο καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την οικονομική της ισχύ και την ικανότητα για εσωτερικές μεταρρυθμίσεις. Υπογράμμισε τη σημασία της κατανόησης του διεθνούς περιβάλλοντος και της σύναψης κατάλληλων συμμαχιών, τονίζοντας ότι σε μια εποχή γεωπολιτικών αναταράξεων, η ισχύς είναι καθοριστική.
Περιέγραψε την Ελλάδα ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, που βρίσκεται στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων. Ανέφερε ότι η χώρα πρέπει να είναι ισχυρή εντός της Ευρώπης, έχοντας αποκαταστήσει την αξιοπιστία της και μην αποτελώντας πλέον το «προβληματικό παιδί» της Ευρωζώνης. Ο Πρωθυπουργός τόνισε τον ρόλο της Ελλάδας ως γέφυρας μεταξύ της Ευρώπης και δυναμικών περιοχών του κόσμου, αναφέροντας την ανάπτυξη δεσμών με χώρες του Κόλπου και τη στρατηγική συμμαχία με την Ινδία. Πρόσθεσε ότι η Ελλάδα, με την ιστορική της κληρονομιά, μπορεί να κοιτά προς τη Δύση και να ανήκει στην ΕΕ, ενώ ταυτόχρονα να είναι πιο ενεργή στην διπλωματική της δράση, καθώς η ισχύς μετατοπίζεται προς την Ανατολή.
Σε ερώτηση για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε τη σαφή δέσμευση της Ελλάδας ως αφοσιωμένου μέλους της ΕΕ, τονίζοντας παράλληλα ότι η χώρα θα τιμήσει τη μακροχρόνια συμμαχία της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Χαρακτήρισε την Ελλάδα ως πόλο σταθερότητας στην περιοχή, αναφέροντας τις αναδυόμενες ευκαιρίες, ιδίως στον ενεργειακό τομέα. Επεσήμανε την κυριαρχία των ΗΠΑ στην ενέργεια και το πρόγραμμα της Ελλάδας για ανεύρεση φυσικού αερίου στα ελληνικά ύδατα, σε συνεργασία με αμερικανικές εταιρείες. Τόνισε επίσης ότι η γεωγραφική θέση της Ελλάδας επιτρέπει την εξαγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) των ΗΠΑ προς την Ευρώπη, μέσω των ελληνικών υποδομών, για την τροφοδοσία των βόρειων γειτόνων. Επιπλέον, αναφέρθηκε στη σημασία της ναυτιλίας για τη χώρα και στη νέα προσέγγιση της αύξησης των δαπανών για την άμυνα στην Ευρώπη, με στόχο την ευθυγράμμιση με τις ΗΠΑ, όπως μέσω της συμμαχίας 3+1.
Αναφερόμενος στον αντίκτυπο των σημερινών εξελίξεων, ο Πρωθυπουργός είπε ότι πολλά θα εξαρτηθούν από το αποτέλεσμα, ενώ χαρακτήρισε την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ ως νέα κανονικότητα με σημαντικό αντίκτυπο. Προέβλεψε ένα σημείο καμπής που θα οδηγήσει σε σταθεροποίηση των τιμών του πετρελαίου, αλλά τόνισε την ανησυχία της κυβέρνησης για την οικονομική τους προσβασιμότητα. Παρά την αύξηση των μισθών και τη μείωση της ανεργίας, τα οικονομικά προβλήματα παραμένουν, και το διακύβευμα είναι η δημιουργία ενός νέου πλαισίου για ελεύθερη ναυσιπλοΐα και εμπόριο, όπως αυτό που κληρονομήθηκε από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα έχει στείλει πλοία στην αποστολή «ASPIDES».
Για τον πόλεμο στην Ουκρανία, ο κ. Μητσοτάκης τον χαρακτήρισε «πόλεμο της Ευρώπης», τονίζοντας την υποστήριξη της Ελλάδας στο διεθνές δίκαιο και την αρχή ότι τα σύνορα δεν αλλάζουν δια της βίας. Σημείωσε ότι η Ρωσία έχει περισσότερα κίνητρα για μια συμφωνία και ότι το κλειδί για να προσέλθει η Ρωσία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι να κατανοήσει ο Πούτιν ότι δεν θα επιτύχει τους στρατιωτικούς του στόχους. Εξέφρασε την ελπίδα για ειρηνευτική συμφωνία με απτές εγγυήσεις, πιστεύοντας ότι η Ρωσία βρίσκεται πιο κοντά στο να αντιληφθεί το ανούσιο του πολέμου.
Σχετικά με τις σχέσεις Ευρώπης – Κίνας, ο Πρωθυπουργός ανέλυσε την υπερπαραγωγική και επιδοτούμενη ικανότητα της Κίνας ως κίνδυνο για την ευρωπαϊκή βιομηχανία, τονίζοντας την ανάγκη για μια πιο στιβαρή ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική. Τέλος, για το μέλλον της Ελλάδας, ο κ. Μητσοτάκης τόνισε την ανάγκη διασφάλισης στέρεων μακροοικονομικών θεμελίων για την υλοποίηση των πολιτικών της κυβέρνησης, με στόχο τη σταθερότητα, τη μείωση φόρων και τη στήριξη εισοδημάτων.
