Η κλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν και η εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου δημιουργούν μια νέα οικονομική πραγματικότητα που ευνοεί ιδιαίτερα τη Ρωσία και, κατ’ επέκταση, τον πόλεμο που διεξάγει στην Ουκρανία.
Από τα τέλη Φεβρουαρίου, όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπέλυσαν επιθέσεις εναντίον του Ιράν, η τιμή του πετρελαίου Brent αυξήθηκε κατά περίπου 20%, φτάνοντας τα 87 δολάρια το βαρέλι, ενώ σε κάποια στιγμή ξεπέρασε τα 117 δολάρια, το υψηλότερο επίπεδο από την ενεργειακή κρίση του 2022.
Η άνοδος των τιμών έχει προκαλέσει αναταραχή στις διεθνείς αγορές, με πτώση των μετοχών και αύξηση του κόστους κρατικού δανεισμού. Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές, υπάρχει ένας μεγάλος ωφελημένος από την κατάσταση: το Κρεμλίνο.
Η άνοδος του πετρελαίου ενισχύει τα ρωσικά έσοδα
Ο Ben Harris, διευθυντής οικονομικών μελετών στο Brookings Institution και πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, εκτιμά ότι το ενεργειακό σοκ που προκάλεσε η σύγκρουση αποτελεί «τεράστιο όφελος για τη Ρωσία».
Η Ρωσία είναι ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο και επωφελείται σημαντικά από τις αυξημένες τιμές.
Σύμφωνα με τον Benjamin Hilgenstock του Kyiv School of Economics Institute, κάθε αύξηση ενός δολαρίου στην τιμή του πετρελαίου που διατηρείται για έναν χρόνο αυξάνει τα ετήσια έσοδα της Ρωσίας από εξαγωγές πετρελαίου κατά περίπου 2,7 δισ. δολάρια.
Πριν από τη σύγκρουση, η Goldman Sachs προέβλεπε ότι η μέση τιμή του Brent θα ήταν περίπου 64 δολάρια το βαρέλι φέτος. Αν όμως η τιμή διατηρηθεί γύρω στα 87 δολάρια, τα ετήσια έσοδα της Ρωσίας από εξαγωγές πετρελαίου θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά 62 δισ. δολάρια, δηλαδή περίπου 39% σε σχέση με πέρυσι.
Ενεργειακά έσοδα ζωτικής σημασίας για τον πόλεμο
Το 2024 η Ρωσία εισέπραξε περίπου 160 δισ. δολάρια από πωλήσεις πετρελαίου και 40 δισ. δολάρια από φυσικό αέριο.
Σύμφωνα με τον Borys Dodonov του Kyiv School of Economics, αν οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη παραμείνουν γύρω στα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα και το πετρέλαιο κινηθεί στα 90 δολάρια το βαρέλι το 2026, τα συνολικά έσοδα της Ρωσίας από εξαγωγές ενέργειας θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 300 δισ. δολάρια ετησίως.
Τα έσοδα αυτά είναι καθοριστικά για τη χρηματοδότηση της ρωσικής πολεμικής προσπάθειας, καθώς περίπου το μισό των εσόδων από εξαγωγές ενέργειας καταλήγει σε φόρους στο ρωσικό κράτος.
Πώς η κρίση μειώνει την αποτελεσματικότητα των κυρώσεων
Η αναταραχή στις ενεργειακές αγορές μειώνει επίσης την αποτελεσματικότητα των δυτικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας.
Τους προηγούμενους μήνες οι πιέσεις προς τη Μόσχα είχαν ενταθεί. Οι ΗΠΑ επέβαλαν δευτερογενείς κυρώσεις σε τράπεζες που διευκόλυναν το εμπόριο με τις ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες Rosneft και Lukoil, ενώ παράλληλα ασκήθηκαν πιέσεις στην Ινδία να περιορίσει τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου.
Αποτέλεσμα ήταν η Ινδία να μειώσει σχεδόν στο μισό τις εισαγωγές της από τη Ρωσία. Η Μόσχα αναγκάστηκε να προσφέρει μεγάλες εκπτώσεις για να πουλήσει το πετρέλαιό της.
Μεταξύ Οκτωβρίου και Ιανουαρίου η έκπτωση στο ρωσικό πετρέλαιο σε σχέση με το Brent αυξήθηκε από 10 σε 24 δολάρια το βαρέλι, σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας.
Η εξέλιξη αυτή μείωσε σημαντικά τα έσοδα της Ρωσίας, τα οποία έπεσαν περίπου στα 11 δισ. δολάρια τον μήνα στο τέλος του 2024, δηλαδή 26% χαμηλότερα από έναν χρόνο πριν.
Η νέα κρίση δίνει ανάσα στη Μόσχα
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αλλάζει όμως τις ισορροπίες.
Όταν η προσφορά πετρελαίου από άλλες χώρες περιορίζεται λόγω γεωπολιτικών εντάσεων, το ρωσικό πετρέλαιο γίνεται πιο ελκυστικό για τους αγοραστές και η έκπτωση που αναγκάζεται να προσφέρει η Μόσχα μειώνεται.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον έχει ήδη αρχίσει να χαλαρώνει ορισμένους περιορισμούς. Οι ΗΠΑ εξέδωσαν πρόσφατα εξαίρεση 30 ημερών που επιτρέπει στην Ινδία να αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο που βρίσκεται ήδη σε δεξαμενόπλοια στη θάλασσα.
Περίπου 9,5 εκατομμύρια βαρέλια ρωσικού πετρελαίου βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε δεξαμενόπλοια σε ασιατικά ύδατα αναζητώντας αγοραστές.
Αναλυτές εκτιμούν ότι χώρες όπως η Κίνα ενδέχεται επίσης να αυξήσουν τις αγορές ρωσικού πετρελαίου, αντικαθιστώντας εισαγωγές από το Ιράν που επηρεάζονται από τη σύγκρουση.
Φόβοι για χαλάρωση των κυρώσεων
Καθώς οι τιμές ενέργειας αυξάνονται, υπάρχει επίσης ο φόβος ότι η πολιτική βούληση για αυστηρές κυρώσεις κατά της Ρωσίας μπορεί να μειωθεί.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι αν ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή διαρκέσει, ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες ίσως αρχίσουν να συζητούν ακόμη και την επαναφορά ρωσικού φυσικού αερίου στις αγορές για να αντιμετωπίσουν πιθανές ελλείψεις.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει ήδη προειδοποιήσει ότι θα μπορούσε να διακόψει τις εναπομείνασες προμήθειες φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και να τις διοχετεύσει σε άλλες αγορές. Ωστόσο, ορισμένοι ειδικοί θεωρούν ότι πρόκειται περισσότερο για πολιτική πίεση, καθώς η Ρωσία δεν διαθέτει την απαραίτητη υποδομή για να μεταφέρει μεγάλες ποσότητες αερίου αλλού.
Παρά τις επιμέρους αβεβαιότητες, πολλοί αναλυτές συμφωνούν ότι η ενεργειακή κρίση που προκλήθηκε από τη σύγκρουση με το Ιράν αποτελεί αρνητική εξέλιξη για την Ουκρανία, καθώς αυξάνει τα έσοδα της Ρωσίας και ενισχύει τη χρηματοδότηση της πολεμικής της μηχανής.

