Η γαλλική εταιρεία τσιμέντου Lafarge κρίθηκε ένοχη για την καταβολή εκατομμυρίων δολαρίων σε ομάδες τζιχαντιστών, συμπεριλαμβανομένης της οργάνωσης που αυτοαποκαλείται Ισλαμικό Κράτος (IS), προκειμένου να διατηρήσει τη λειτουργία της επιχείρησής της στη Συρία κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.
Οκτώ πρώην στελέχη της Lafarge, μεταξύ των οποίων και ο πρώην διευθύνων σύμβουλος Μπρουνό Λαφόν, κρίθηκαν επίσης ένοχοι για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Ο κ. Λαφόν καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι ετών.
Το δικαστήριο του Παρισιού διαπίστωσε ότι η Lafarge κατέβαλε περίπου 6,5 εκατομμύρια δολάρια (5,59 εκατομμύρια ευρώ) την περίοδο 2013-2014, με σκοπό τη διατήρηση σε λειτουργία του εργοστασίου της στη βόρεια Συρία.
Η δικαστής Ιζαμπέλ Πρεβό-Ντεπρέζ ανέφερε ότι οι συγκεκριμένες πληρωμές επέτρεψαν σε απαγορευμένες οργανώσεις να αποκτήσουν έλεγχο επί των φυσικών πόρων της χώρας, χρηματοδοτώντας επιθέσεις στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη. Δήλωσε χαρακτηριστικά πως ο μοναδικός σκοπός της χρηματοδότησης τρομοκρατικής οργάνωσης ήταν η συνέχιση της λειτουργίας του εργοστασίου για οικονομικούς λόγους, επισημαίνοντας ότι οι πληρωμές αυτές έλαβαν τη μορφή μιας «πραγματικής εμπορικής συνεργασίας με το Ισλαμικό Κράτος».
Σε δήλωσή της προς το BBC, η Lafarge αναγνώρισε την απόφαση του δικαστηρίου, σημειώνοντας ότι αφορά «μια υπόθεση του παρελθόντος, με συμπεριφορές που παραβίασαν κατάφωρα τον κώδικα δεοντολογίας της εταιρείας». Η εταιρεία χαρακτήρισε την απόφαση «σημαντικό ορόσημο» στις προσπάθειές της να «αντιμετωπίσει υπεύθυνα αυτή την υπόθεση του παρελθόντος».
Το εργοστάσιο στη Τζαλαμπίγια, στη βόρεια Συρία, αποκτήθηκε από τη Lafarge το 2008 έναντι 680 εκατομμυρίων δολαρίων και ξεκίνησε τη λειτουργία του το 2010, λίγους μήνες πριν την έναρξη του εμφυλίου το 2011. Οι πληρωμές πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 2013 και Σεπτεμβρίου 2014, περιλαμβάνοντας 800.000 ευρώ για την εξασφάλιση ασφαλούς διέλευσης και 1,6 εκατομμύρια ευρώ για την αγορά πρώτων υλών από λατομεία υπό τον έλεγχο του Ισλαμικού Κράτους. Μεταξύ των οργανώσεων που έλαβαν χρήματα ήταν και το Μέτωπο αλ-Νούσρα, συνδεδεμένο με την αλ-Κάιντα και απαγορευμένο από την ΕΕ και άλλους διεθνείς φορείς.
Εκτός από τον κ. Λαφόν, ο πρώην αναπληρωτής γενικός διευθυντής Κριστιάν Ερό καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε ετών, ενώ ο Σύρος πρώην υπάλληλος Φίρας Τλας, ο οποίος πραγματοποίησε τις πληρωμές προς τις τζιχαντιστικές ομάδες, καταδικάστηκε ερήμην σε επτά χρόνια φυλάκισης. Ο κ. Ερό υποστήριξε ότι η απόφαση να παραμείνει το εργοστάσιο ανοιχτό ελήφθη για λόγους προστασίας του τοπικού προσωπικού.
Η Lafarge, η οποία πλέον ανήκει στον ελβετικό όμιλο Holcim, τιμωρήθηκε με πρόστιμο άνω του 1 εκατομμυρίου ευρώ (1,3 εκατομμύρια δολάρια). Παράλληλα, διεξάγεται ξεχωριστή έρευνα για πιθανή συνέργεια σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Πρόκειται για την πρώτη φορά που εταιρεία δικάζεται στη Γαλλία για χρηματοδότηση τρομοκρατίας. Η υπόθεση ακολουθεί εκείνη του 2022 στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η Lafarge παραδέχθηκε ότι στήριξε απαγορευμένες οργανώσεις και συμφώνησε να καταβάλει πρόστιμο 777,8 εκατομμυρίων δολαρίων.
Ο συριακός εμφύλιος ξέσπασε τον Μάρτιο του 2011, μετά την καταστολή των αντικυβερνητικών διαδηλώσεων. Το 2014, οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους κατέλαβαν εκτεταμένες περιοχές της Συρίας και του Ιράκ.

