Κόλπος: Ιρανικοί πύραυλοι αμφισβητούν την αμερικανική προστασία

Κόλπος: Ιρανικοί πύραυλοι αμφισβητούν την αμερικανική προστασία
Κόλπος: Ιρανικοί πύραυλοι αμφισβητούν την αμερικανική προστασία

Επί τρεις εβδομάδες, οι χώρες του Περσικού Κόλπου βρίσκονται αντιμέτωπες με μία νέα πραγματικότητα, καθώς δέχονται επιθέσεις από χιλιάδες βαλλιστικούς πυραύλους και drones που εκτοξεύει το Ιράν. Οι ενέργειες αυτές αποτελούν αντίποινα για την επίθεση που δέχθηκε το Ιράν από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Αρκετές δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες, από αυτά τα βλήματα έχουν καταφέρει να διαπεράσουν τα συστήματα αεράμυνας, στοχεύοντας διυλιστήρια, τουριστικούς προορισμούς και τις αμερικανικές βάσεις που βρίσκονται στο έδαφός τους.

σχετικά άρθρα

Το κόστος αυτών των πληγμάτων εκτιμάται ότι θα είναι σημαντικά μεγαλύτερο και μακροπρόθεσμο από τις άμεσες υλικές καταστροφές. Περιλαμβάνει ακυρώσεις τουριστικών κρατήσεων, «πάγωμα» επενδύσεων και την πιθανότητα κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ. Η κατάσταση αυτή απειλεί την κατεστημένη αντίληψη περί διαρκούς ευημερίας και σχεδόν απόλυτης ασφάλειας, η οποία βασιζόταν στην προστασία που παρείχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ των «New York Times» της Τρίτης, «οι αυταρχικοί ηγέτες του Κόλπου», οι οποίοι είναι στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, αμφισβητούσαν ήδη τις εγγυήσεις ασφαλείας που τους παρείχαν. Πλέον, έχουν βρεθεί «ανάμεσα στα διασταυρούμενα πυρά ενός περιφερειακού πολέμου τον οποίο ξεκίνησαν οι σύμμαχοί τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες», με τα παράπονα για την αξία της αμερικανικής προστασίας να εντείνονται.

Αντίστοιχα, δημοσίευμα της «Guardian» επισημαίνει ότι επί δεκαετίες, το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ και το Ομάν επέτρεπαν την εγκατάσταση στρατιωτικών βάσεων και υποδομών των ΗΠΑ στα εδάφη τους, εξασφαλίζοντας παράλληλα ελεύθερη πρόσβαση. Αυτό γινόταν με αντάλλαγμα την στρατιωτική εταιρική σχέση και προστασία από τις ΗΠΑ. Ωστόσο, οι χώρες του Κόλπου εμφανίζουν αυξανόμενες επιφυλάξεις για αυτή τη σχέση, ιδίως αφότου εκτίμησαν ότι ο Ντόναλντ Τραμπ «τορπίλισε εκουσίως τις διπλωματικές διεργασίες και προτίμησε να ξεκινήσει ένα πόλεμο στη Μέση Ανατολή».

Η διαμορφωθείσα νέα πραγματικότητα, σε συνδυασμό με την ταχεία εξάντληση των μέσων άμυνας που έχουν διαθέσει οι ΗΠΑ στις εν λόγω χώρες – με τον «Economist» να υπολογίζει τη χρήση άνω των 3.000 πυραύλων αναχαίτισης μέχρι στιγμής – έχει οδηγήσει τα καθεστώτα της Αραβικής Χερσονήσου στην αναζήτηση στρατιωτικής βοήθειας από άλλους προμηθευτές. Μεταξύ αυτών, όπως αναφέρουν οι «New York Times», συγκαταλέγονται η Γαλλία, η Ιταλία, η Αυστραλία, καθώς και η Ουκρανία, η οποία έχει αναπτύξει σημαντική τεχνογνωσία από τον πόλεμό της με τη Ρωσία.

Επιπλέον, η εντύπωση της αποτελεσματικής θωράκισης των μοναρχιών του Κόλπου δεν βασιζόταν μόνο στην προστασία των ΗΠΑ. Βασιζόταν και στο γεγονός ότι την τελευταία δεκαετία, και πιθανόν νωρίτερα, συγκαταλέγονταν στους σημαντικότερους πελάτες των αμερικανικών, ευρωπαϊκών και ισραηλινών πολεμικών βιομηχανιών. Αυτό τους προσέδιδε, τουλάχιστον θεωρητικά, ισχυρές ένοπλες δυνάμεις. Ωστόσο, η πρόσφατη πρακτική εμπειρία έδειξε ότι η αριθμητική ισχύς δεν συνεπάγεται αυτομάτως την ύπαρξη αξιόμαχου στρατεύματος.

Προς επίρρωση αυτών των συμπερασμάτων, στοιχεία από το σουηδικό ινστιτούτο SIPRI, το οποίο αποτελεί σημείο αναφοράς για τους διεθνείς εξοπλισμούς, καταδεικνύουν ότι κατά την πενταετία 2021-2025, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και το Κουβέιτ απορρόφησαν το 16% των συνολικών παγκόσμιων εισαγωγών οπλικών συστημάτων, με το συνολικό μερίδιο των κρατών του Κόλπου να φτάνει το 20%. Οι δύο πρώτες χώρες, μάλιστα, κατέλαβαν την τρίτη και τέταρτη θέση παγκοσμίως, αντίστοιχα, μετά την Ουκρανία και την Ινδία, διαθέτοντας σημαντικό μέρος του ΑΕΠ τους, ήτοι των πετροδολαρίων τους, για τον σκοπό αυτόν. Η εξέλιξη αυτή εγείρει ερωτήματα σχετικά με την ουσιαστική αποτελεσματικότητα των αμυντικών τους δομών.