Ιράν: Πυρηνικό παζάρι με ΗΠΑ; Οι όροι που καίνε!
«Βόμβα» μεγατόνων έριξε ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν, δηλώνοντας ότι το Ιράν είναι έτοιμο να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Ωστόσο, υπάρχει ένα μεγάλο «αλλά»: η Ουάσινγκτον πρέπει να άρει τις κυρώσεις και να εγκαταλείψει την πολιτική πίεσης.
Σε μια συνέντευξη που έδωσε στο India Today και αναμεταδόθηκε από το ισραηλινό i24News, ο Πεζεσκιάν ήταν ξεκάθαρος. Η Τεχεράνη θέλει διάλογο, αλλά αυτός θα γίνει μόνο στο πλαίσιο της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT) και του διεθνούς δικαίου. Ουσιαστικά, ζητάει μια επιστροφή στην κανονικότητα, όχι εκβιασμούς.
Οι όροι που έθεσε ο Ιρανός πρόεδρος είναι συγκεκριμένοι και αδιαπραγμάτευτοι για την Τεχεράνη: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να άρουν τις κυρώσεις, να εγκαταλείψουν τη μονομέρεια, να μη μας μιλούν μέσω της βίας και να μας επιτρέψουν να ζούμε όπως ο υπόλοιπος κόσμος». Μια σκληρή απάντηση στην «πολιτική της μέγιστης πίεσης».
Μάλιστα, ο Πεζεσκιάν αποκάλυψε ότι το Πακιστάν, με τη στήριξη του Κατάρ, έχει ήδη καταρτίσει ένα σχέδιο συμφωνίας. Παρόλα αυτά, ο ίδιος εξέφρασε αμφιβολίες για το αν η Ουάσινγκτον είναι πραγματικά πρόθυμη να επιστρέψει σε ειλικρινείς συνομιλίες. Η διεθνής Πολιτική παραμένει ένα περίπλοκο παζλ.

Ο Ιρανός ηγέτης δεν δίστασε να αναφερθεί και στη σύγκρουση με τις ΗΠΑ, απορρίπτοντας κάθε ευθύνη για την έναρξή της. «Το Ιράν δεν επιτέθηκε σε κανέναν», δήλωσε, υπογραμμίζοντας ότι όλες οι ενέργειες της χώρας του ήταν αποκλειστικά στο πλαίσιο της αυτοάμυνας.
Στο παιχνίδι των δηλώσεων μπήκε και ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος στο παρελθόν έχει δηλώσει ανοιχτός σε νέες συνομιλίες, τονίζοντας ωστόσο ότι την τελική απόφαση θα την λάβει ο ίδιος. Το Διεθνές σκηνικό παραμένει ρευστό.
Οι δηλώσεις του Πεζεσκιάν ανοίγουν ένα μικρό παράθυρο στη διπλωματία. Το ερώτημα είναι αν η Ουάσινγκτον θα δεχτεί τους όρους του Ιράν. Οι οικονομικές κυρώσεις και η άρση τους είναι το κλειδί για το μέλλον του πυρηνικού προγράμματος και την περιφερειακή σταθερότητα. Πόσο «διψάει» τελικά η Αμερική για αυτή τη συμφωνία;

