Το Ιράν πραγματοποίησε εκτοξεύσεις βαλλιστικών πυραύλων με στόχο τη βρετανική στρατιωτική βάση στα νησιά Τσάγκος, προκαλώντας ανησυχία για το ενδεχόμενο να βρίσκονται πλέον μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εντός της εμβέλειας νέων επιθέσεων. Η περιοχή του Λονδίνου εκτιμάται ότι βρίσκεται «πιο κοντά στο όριο της ευαλωτότητας».
Δύο βαλλιστικοί πύραυλοι εκτοξεύθηκαν προς τη βάση Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό Ωκεανό, την οποία διαχειρίζονται από κοινού οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο. Το περιστατικό έλαβε χώρα το βράδυ της Παρασκευής, σηματοδοτώντας μία σημαντική κλιμάκωση των εχθροπραξιών. Η επίθεση εκδηλώθηκε λίγες ώρες μετά την έγκριση από τον Κιρ Στάρμερ της χρήσης βρετανικών βομβαρδιστικών αεροσκαφών από τον Ντόναλντ Τραμπ, με στόχο την αντιμετώπιση απειλών στα Στενά του Ορμούζ. Πηγές αναφέρουν ότι ένας από τους πυραύλους απέτυχε κατά την πτήση, ενώ ο δεύτερος αναχαιτίστηκε από αμερικανικό πολεμικό πλοίο. Πρόκειται για την πρώτη επίθεση αυτού του είδους στη συγκεκριμένη βάση.
Ανησυχία για νέα επίπεδα απειλής
Αναλυτές άμυνας εκτιμούν ότι το γεγονός είναι κρίσιμο, καθώς για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν πύραυλοι μέσου βεληνεκούς στη σύγκρουση, με δυνατότητα κάλυψης πολύ μεγαλύτερων αποστάσεων από όσες ήταν γνωστές για το Ιράν. Η Ντιέγκο Γκαρσία βρίσκεται περίπου 3.800 χιλιόμετρα από το Ιράν, απόσταση που αντικρούει προηγούμενους ισχυρισμούς της Τεχεράνης ότι οι βαλλιστικοί της πύραυλοι φτάνουν έως τα 2.000 χιλιόμετρα. Εάν η νέα εμβέλεια επιβεβαιωθεί, προειδοποιούν ειδικοί, τότε η απειλή επεκτείνεται πλέον σε σχεδόν όλες τις πρωτεύουσες της Δυτικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων του Παρισιού και του Λονδίνου.
«Υποτιμημένη» δύναμη της Τεχεράνης
Ο στρατηγός σερ Ρίτσαρντ Μπάρονς, πρώην επικεφαλής της Κοινής Διοίκησης Δυνάμεων του Ηνωμένου Βασιλείου, δήλωσε ότι η ισχύς του Ιράν έχει «συστηματικά υποτιμηθεί». Τόνισε ότι η σύγκρουση έχει φτάσει σε σημείο όπου «τα βρετανικά συμφέροντα και εκείνα των συμμάχων μας διατρέχουν πλέον πραγματικό κίνδυνο». Πρόσθεσε ότι «το Ιράν βλέπει το Ηνωμένο Βασίλειο ως εχθρό», θεωρώντας αναμενόμενη την ιρανική αντίδραση λόγω της συμμετοχής της χώρας σε κοινές επιχειρήσεις με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Νέα δεδομένα για τα ιρανικά όπλα
Ο αναλυτής διεθνών σχέσεων Ναουάφ Αλ-Θάνι σχολίασε ότι η επίθεση στη Ντιέγκο Γκαρσία καταρρίπτει παλαιότερες εκτιμήσεις για την εμβέλεια των ιρανικών πυραύλων. Ανέφερε ότι «μια εμβέλεια 4.000 χιλιομέτρων μεταφέρει το Ιράν από τη μεσαία στην ενδιάμεση κατηγορία πυραύλων, κάτι που συνιστά στρατηγικό άλμα». Σύμφωνα με τον ίδιο, η ουσία δεν είναι αν ο πύραυλος αναχαιτίστηκε, αλλά το ότι η Τεχεράνη απέδειξε δυνατότητα πλήγματος σε αποστάσεις που φέρνουν το Παρίσι και το Λονδίνο εντός της ακτίνας απειλής. «Η Ντιέγκο Γκαρσία δεν ήταν απλώς στόχος, ήταν μήνυμα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Αντιδράσεις και πολιτικές δηλώσεις
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγκτσί προειδοποίησε ότι ο πρωθυπουργός Στάρμερ «θέτει σε κίνδυνο βρετανικές ζωές» επιτρέποντας τη χρήση βρετανικών βάσεων για επιθέσεις κατά του Ιράν. Πρόσθεσε ότι, «αγνοώντας τη βούληση του λαού του, επιτρέπει τη συμμετοχή σε έναν πόλεμο επιλογής των ΗΠΑ και του Ισραήλ». Το Υπουργείο Άμυνας χαρακτήρισε τις ιρανικές ενέργειες «απειλή για τα βρετανικά συμφέροντα», επισημαίνοντας ότι «η κυβέρνηση έχει επιτρέψει τη χρήση βρετανικών βάσεων για συγκεκριμένες και περιορισμένες αμυντικές επιχειρήσεις».
Οικονομικές επιπτώσεις και ενεργειακή κρίση
Η επίθεση εντείνει τους φόβους για περαιτέρω άνοδο στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, με τη λεγόμενη «Trumpflation» να επηρεάζει ήδη την παγκόσμια αγορά. Η κυβέρνηση της Βρετανίας κάλεσε τους πολίτες να μειώσουν την κατανάλωση ενέργειας, προτείνοντας εναλλακτικές λύσεις όπως φριτέζες αέρα αντί για φούρνους. Η Ντάουνινγκ Στριτ καταδίκασε την «επικίνδυνη επέκταση των ιρανικών επιθέσεων», προειδοποιώντας ότι η κρίση μπορεί να επιδεινώσει τις οικονομικές πιέσεις διεθνώς. Το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, τα οποία παραμένουν ουσιαστικά αποκλεισμένα από την έναρξη της σύγκρουσης. Η συνεχιζόμενη αστάθεια έχει οδηγήσει σε εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου κοντά στα 118 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι ειδικοί προβλέπουν αύξηση των λογαριασμών ενέργειας στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά περισσότερο από 20% το καλοκαίμι.

