Η ένταση στα Στενά του Ορμούζ αυξάνεται, καθώς η «Επιχείρηση Ελευθερίας» βρίσκεται στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος. Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών επανεξετάζει την πολιτική της έναντι του Ιράν μετά από περιστατικά εκατέρωθεν πυρών. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται ενώπιον κρίσιμων αποφάσεων, καλούμενος να επιλέξει μεταξύ της διπλωματικής οδού ή μιας στρατιωτικής απάντησης στις ιρανικές ενέργειες εναντίον αμερικανικών πολεμικών πλοίων.
Αμερικανοί αξιωματούχοι, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, περιγράφουν τη δυσχερή θέση του προέδρου Τραμπ, ο οποίος πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην επιβολή αυστηρών κυρώσεων στο Ιράν για τη συνέχιση του πυρηνικού του προγράμματος και στην αποφυγή μιας ευρείας κλιμάκωσης που θα μπορούσε να εμπλέξει περαιτέρω τις ΗΠΑ στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Ο Αμερικανός πρόεδρος φέρεται να επιδιώκει την αποφυγή νέων βομβαρδισμών, προκρίνοντας μια διαπραγματευτική λύση στο πυρηνικό ζήτημα και τις συνεχιζόμενες συγκρούσεις, οι οποίες έχουν ήδη προκαλέσει αύξηση των τιμών των καυσίμων και επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Ο πρόεδρος Τραμπ καλείται να λάβει μια κρίσιμη απόφαση: είτε να διατάξει νέο κύμα αεροπορικών πληγμάτων κατά του Ιράν είτε να παραμείνει προσηλωμένος στη διπλωματική οδό, αφήνοντας ενδεχομένως αναπάντητες τις πρόσφατες προκλήσεις της Τεχεράνης. Σε δηλώσεις του στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ υπαινίχθηκε την πρόθεσή του να διατηρήσει την παρούσα κατάσταση, χαρακτηρίζοντάς την ως «μικρό πόλεμο» και «μια μικρή παρένθεση που λειτουργεί αρκετά καλά». Ο Λευκός Οίκος επιβεβαίωσε ότι ο πρόεδρος διατηρεί όλες τις επιλογές ανοιχτές, στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων προσπαθειών για την επίτευξη μιας τελικής συμφωνίας που θα αποτρέψει το Ιράν από την απόκτηση πυρηνικών όπλων.
Η ήδη εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δοκιμάστηκε επικίνδυνα την Δευτέρα, 4 Μαΐου 2026, όταν αμερικανικές δυνάμεις χρειάστηκε να αποκρούσουν επιθέσεις στα Στενά. Μετά την εκτόξευση πυραύλων κρουζ και άλλων βλημάτων εναντίον αμερικανικών και εμπορικών πλοίων, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) ανακοίνωσε ότι ελικόπτερα Apache βύθισαν ιρανικά ταχύπλοα που παρενοχλούσαν τη ναυσιπλοΐα. Παρά την κλιμάκωση, ο πρόεδρος Τραμπ απέφυγε να χαρακτηρίσει τις ιρανικές ενέργειες ως παραβίαση της εκεχειρίας, διατηρώντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να αγνοήσει τα γεγονότα της Δευτέρας. Ταυτόχρονα, απηύθυνε κάλεσμα στη Νότια Κορέα να συμμετάσχει στην επιχείρηση στα Στενά του Ορμούζ, μετά από ένα περιστατικό πυρκαγιάς σε ένα πλοίο της.
Ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος προανήγγειλε συνέντευξη Τύπου με αξιωματούχους του Πενταγώνου, αναθέτοντας στον Υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ και στον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, Στρατηγό Νταν Κέιν, να παρουσιάσουν τα επόμενα βήματα. Ο ίδιος δήλωσε ότι βρίσκεται σε ισχυρή θέση, ανεξάρτητα από την επιλογή στρατιωτικής δράσης ή συνέχισης των διαπραγματεύσεων, τονίζοντας: «Είτε έτσι είτε αλλιώς, κερδίζουμε. Είτε πετυχαίνουμε μια σωστή συμφωνία είτε επικρατούμε εύκολα στρατιωτικά».
Εν τω μεταξύ, αυξάνονται οι πιέσεις από πολιτικούς συμμάχους του προέδρου Τραμπ για άμεση στρατιωτική απάντηση. Ο γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ δήλωσε ότι το Ιράν έχει παραβιάσει την εκεχειρία, προτρέποντας τον Τραμπ να προχωρήσει σε «ισχυρό, αποφασιστικό και σύντομο» πλήγμα.
Παρά την αυστηρή ρητορική, αξιωματούχοι αναφέρουν ότι ο πρόεδρος Τραμπ δεν επιθυμεί την επιστροφή σε ευρείας κλίμακας στρατιωτική δράση, αν και εκφράζει δυσαρέσκεια για την αδιαλλαξία της Τεχεράνης στο πυρηνικό ζήτημα. Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι ενδέχεται να εγκρίνει στρατιωτική απάντηση τις επόμενες ημέρες, υπογραμμίζοντας τον προβληματισμό του για ενδεχόμενες νέες επιθέσεις. Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Άννα Κέλι, επανέλαβε ότι όλες οι επιλογές παραμένουν ανοιχτές, καθώς οι προσπάθειες για την επίτευξη συμφωνίας που θα αποτρέψει το Ιράν από την απόκτηση πυρηνικών όπλων συνεχίζονται.
Η στρατηγική της Ουάσινγκτον συνδυάζει διπλωματία και αυξανόμενη πίεση. Μετά την εκεχειρία της 7ης Απριλίου, ξεκίνησαν συνομιλίες για την αποδόμηση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, ενώ στις 13 Απριλίου επιβλήθηκε ναυτικός αποκλεισμός. Καθώς δεν επιτεύχθηκε συμφωνία, οι ΗΠΑ προχωρούν σε νέα μέτρα, συμπεριλαμβανομένου ενός σχεδίου ψηφίσματος στον ΟΗΕ για την καταδίκη της Τεχεράνης.
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ ενδέχεται να επηρεάσει τις διεθνείς σχέσεις των ΗΠΑ, ενόψει της προγραμματισμένης συνάντησης του προέδρου Τραμπ με τον πρόεδρο της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, στις 14-15 Μαΐου. Αμερικανοί αξιωματούχοι καλούν το Πεκίνο να ασκήσει πίεση στο Ιράν, ωστόσο η Κίνα εμφανίζεται επιφυλακτική ως προς την ευθυγράμμιση με την Ουάσινγκτον. Ο γερουσιαστής Γκράχαμ προέτρεψε τον Τραμπ να επιλύσει την κρίση πριν από την επίσκεψη στην Κίνα, δηλώνοντας ότι, παρά την επιθυμία για σταθερές σχέσεις, οι ΗΠΑ «δεν θα ανεχθούν προκλήσεις».
Από την πλευρά του Ιράν, ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχάμαντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, χαρακτήρισε την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ «αφόρητη για τις ΗΠΑ» σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ, υπογραμμίζοντας ότι η Τεχεράνη «δεν έχει ακόμη καν αρχίσει». Συγκεκριμένα, ο Γκαλιμπάφ ανέφερε: «Η νέα εξίσωση στα Στενά του Ορμούζ βρίσκεται σε διαδικασία σταθεροποίησης. Η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και της διαμετακόμισης ενέργειας έχει τεθεί σε κίνδυνο από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους, με την παραβίαση της εκεχειρίας και την επιβολή αποκλεισμού· φυσικά, το κακό που προξενούν θα περιοριστεί». Και προσέθεσε: «Γνωρίζουμε καλά ότι η συνέχιση της υφιστάμενης κατάστασης είναι αφόρητη για τις ΗΠΑ, κι εμείς δεν έχουμε ακόμη καν αρχίσει».
