Η Β. Κορέα κατηγόρησε την Ιαπωνία για «σοβαρή πρόκληση», μετά την εκ νέου διατύπωση της αντίθεσης του Τόκιο στο πρόγραμμα ανάπτυξης πυρηνικών όπλων της Πιονγκγιάνγκ, όπως αυτή εκφράστηκε στην ιαπωνική διπλωματική «μπλε βίβλο» που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα.
Οι δύο χώρες δεν διατηρούν διπλωματικές σχέσεις, ενώ η Πιονγκγιάνγκ επικρίνει συχνά με σφοδρότητα το Τόκιο, καταδικάζοντας την ιαπωνική αποικιοκρατική κατοχή της Κορέας (1910-1945).
Στην «μπλε βίβλο», ένα έγγραφο που παρουσιάζει τις ιαπωνικές θέσεις για διεθνή ζητήματα, η ιαπωνική διπλωματία επαναβεβαιώνει την εναντίωσή της στην κατοχή πυρηνικών όπλων από τη Βόρεια Κορέα. Εκφράζει επίσης δυσαρέσκεια για την αποστολή στρατιωτικών μονάδων και την προμήθεια όπλων και πυρομαχικών από την Πιονγκγιάνγκ στη Ρωσία, υποστηρίζοντας ενεργά τη Μόσχα στον πόλεμο με την Ουκρανία.
Η Πιονγκγιάνγκ αντέτεινε ότι δεν πρόκειται να εγκαταλείψει ποτέ το πυρηνικό της οπλοστάσιο, χαρακτηρίζοντας την πορεία της «μη αναστρέψιμη» και υποσχόμενη την περαιτέρω ενίσχυση των στρατιωτικών και αποτρεπτικών της δυνατοτήτων.
Αξιωματούχος του υπουργείου Εξωτερικών της Βόρειας Κορέας, ο οποίος δεν κατονομάστηκε, σχολίασε, σύμφωνα με το επίσημο πρακτορείο ειδήσεων KCNA, ότι το ιαπωνικό έγγραφο αποτελεί «σοβαρή πρόκληση» που αποκαλύπτει πρόθεση να «καταπατηθούν» τα «κυριαρχικά δικαιώματα, τα συμφέροντα εθνικής ασφαλείας και τα αναπτυξιακά δικαιώματα του ιερού κράτους μας». Πρόσθεσε ότι τα μέτρα ενίσχυσης των αμυντικών δυνατοτήτων της Πιονγκγιάνγκ εντάσσονται στο πλαίσιο του «δικαιώματος στη νόμιμη άμυνα», ενώ χαρακτήρισε τη «μπλε βίβλο» κείμενο που εμφορείται από «γκαγκστερική λογική» και βρίθει «παραλογισμών».
Στο ίδιο έγγραφο, η Ιαπωνία υποβάθμισε την περιγραφή της Κίνας από «έναν από τους σημαντικότερους εταίρους της Ιαπωνίας» σε απλά «μεγάλο γείτονα», μια αλλαγή που είχε να συμβεί δέκα χρόνια. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί επίσημη επιβεβαίωση της ραγδαίας επιδείνωσης της διμερούς σχέσης, αφότου η εθνικίστρια πρωθυπουργός της Ιαπωνίας Σανάε Τακαΐτσι άφησε στα τέλη της περασμένης χρονιάς να εννοηθεί ότι η χώρα της θα μπορούσε να επέμβει στρατιωτικά αν η Ταϊβάν δεχόταν κινεζική επίθεση. Η τοποθέτησή της προκάλεσε οργή στο Πεκίνο, το οποίο θεωρεί τη νήσο κινεζική επαρχία.

