Δύο μήνες μετά την έναρξη του πολέμου μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν, το οικονομικό κόστος για την κυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ εκτοξεύεται, χωρίς να υπάρχει ακόμη στρατηγική εξόδου. Το Υπουργείο Άμυνας ζήτησε συμπληρωματικό προϋπολογισμό 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων για την παραγωγή όπλων που εξαντλήθηκαν κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων, ποσό που υπερβαίνει τα 74,7 δισεκατομμύρια δολάρια (σε τρέχουσα αξία 133 δισεκατομμύρια δολάρια) που είχε ζητήσει η κυβέρνηση Τζορτζ Μπους του νεότερου για τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003, σύμφωνα με το «Newsweek».
Το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο «NBC» ανέφερε ότι η αποκατάσταση των ζημιών σε στρατιωτικές βάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή του Κόλπου εκτιμάται ότι θα κοστίσει έως και 5 δισεκατομμύρια δολάρια. Βάσεις σε Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Ιορδανία και Κουβέιτ έχουν υποστεί επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, με ζημιές σε διαδρόμους προσγείωσης, συστήματα ραντάρ, αεροσκάφη, κέντρα διοίκησης, υπόστεγα, αποθήκες και υποδομές δορυφορικών επικοινωνιών. Η «Wall Street Journal» προέβλεψε ότι θα χρειαστούν έως και έξι χρόνια για να αποκατασταθούν τα αποθέματα σε κρίσιμους πυραύλους όπως οι «Tomahawk» και οι «Patriot».
Σύμφωνα με την εφημερίδα, οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν εξαντλήσει περισσότερους από 1.000 πυραύλους «Tomahawk» μεγάλου βεληνεκούς και 1.500 έως 2.000 βασικούς πυραύλους αεράμυνας, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων αναχαίτισης «THAAD», «Patriot» και «Standard». Αξιωματούχοι εξέφρασαν ανησυχία ότι ο αμερικανικός στρατός ενδέχεται να βιώσει «κενό ισχύος» για αρκετά χρόνια μέχρι να αναπληρωθούν τα αποθέματα.
Η κόπωση από τον παρατεταμένο πόλεμο πλήττει και την κοινή γνώμη. Δημοσκόπηση των πρακτορείων «Reuters» και «Ipsos» έδειξε ότι το ποσοστό αποδοχής του προέδρου Τραμπ υποχώρησε στο 36% – μείωση 11 ποσοστιαίων μονάδων από την ανάληψη των καθηκόντων του τον περασμένο Ιανουάριο. Το 60% των ερωτηθέντων δήλωσε αντίθετο με τις αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές στο Ιράν. Δημοσκόπηση του «Fox News» έδειξε ότι το 56% των ψηφοφόρων θεωρεί ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν διαχειρίστηκε επιδέξια την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Η εφημερίδα «New York Times» αξιολόγησε ότι οι Δημοκρατικοί υποψήφιοι για τη Γερουσία είναι ισόβαθμοι ή προηγούνται σε πολιτείες όπου υπηρετούν Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές (Μέιν, Βόρεια Καρολίνα, Οχάιο, Αλάσκα), αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο το Δημοκρατικό Κόμμα να αποκτήσει τον έλεγχο τόσο της Γερουσίας όσο και της Βουλής των Αντιπροσώπων. Το βρετανικό «The Economist» προέβλεψε 95% πιθανότητα οι Δημοκρατικοί να ανακτήσουν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
