Μιας και το ισχύον οικονομικό σύστημα είναι (;) ο καπιταλισμός, οι δε υπέρμαχοι του κομμουνισμού προσπαθούν με επιχειρήματα να υποστηρίξουν το γιατί το δικό τους σύστημα είναι καλύτερο. Όλες οι συζητήσεις ωστόσο καταλήγουν στο εύλογο «τα είδαμε τα αποτελέσματα του κομμουνισμού στην Χ χώρα», το οποίο απαντάται με το περίφημο «στην τάδε χώρα δεν εφαρμόσθηκε κανονικός κομμουνισμός».
Και θα συμφωνήσω. Πράγματι σε καμία χώρα δεν έχει εφαρμοσθεί στ’ αλήθεια ο κομμουνισμός που οραματιζόταν ο Καρλ Μαρξ, οπότε είναι κάπως «άδικο» να κριτικάρουμε ένα σύστημα που δεν έχει πραγματικά αφεθεί να μας δείξει «τι μπορεί να κάνει» στο 100% του. Όμως αυτό είναι και το πρόβλημα με τον κομμουνισμό θα πει κανείς – ότι είναι τόσο ουτοπικός που είναι πρακτικά αδύνατον να εφαρμοσθεί η θεωρία στην πράξη, η οποία νομοτελειακά καταλήγει σε οικονομική μιζέρια. Βέβαια όσον αφορά τον γράφοντα, ακόμη και η θεωρία του κομμουνισμού φαντάζει δυστοπική, και όχι ουτοπική
Ωστόσο το παρόν άρθρο δεν έχει σκοπό να χαραμιστεί στο μάταιο ντιμπέιτ «ποιο σύστημα είναι καλύτερο». Κι αυτό διότι –κατά τον γράφοντα- δεν υπάρχει ιδανικό σύστημα. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχουν συστήματα. Υπάρχει μόνο ένας νόμος, ο νόμος της ζούγκλας: το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Δεν υπάρχει άκρατος καπιταλισμός ή σοσιαλισμός, με την καθαρή τους έννοια.
Υπάρχει η ελίτ του 1% που εκμεταλλεύεται την πλέμπα του 99% για την επιβίωση και εξασφάλιση της κυριαρχίας, της δυναστείας της. Και κάθε ένας από τους δύσμοιρους πλεμπαίους που πασχίζει να ξεφύγει από το γραμμένο του, να ευδοκιμήσει (σε βάρος των υπολοίπων πάντα, αφού οι πόροι είναι περιορισμένοι και δε μοιράζονται ισόποσα), και ίσως να μπει κι αυτός στην ελίτ.
Και κάπου μέσα σε αυτό το συνονθήλευμα αριστερών, δεξιών, πλούσιων ή φτωχών, συντηρητικών ή ρισκαδόρων, ματαιόδοξων ή οραματιστών, υπάρχει κι ένα 5% που ουσιαστικά επιθυμεί έναν κόσμο όπου το φαγητό μοιράζεται σε όλους και κανείς δε μπορεί να ξεφύγει υπερβολικά. Όμως αυτό είναι παράδοξο διότι ο άνθρωπος εκ φύσεως, ενστικτωδώς διαρκώς μάχεται για την περαιτέρω ευημερία του, και την ευημερία της γενιάς που θα κληροδοτήσει.
Διαρκώς θέλει περισσότερα, και μαθηματικά μιλώντας (καθώς οι πόροι της Γης είναι πεπερασμένοι), για κάθε έναν χιτώνα που αποκτά, ουσιαστικά τον στερεί από κάποιον άλλον. Μια αέναη ζυγαρία που διαρκώς αυτορυθμίζεται σε ένα παγκόσμιο -περισσότερο φεουδαρχικό, παρά καπιταλιστικό ή σοσιαλιστικό- σύστημα. Οι έχοντες και οι μη έχοντες. Ακόμη κι αν υπήρχε τρόπος να εφαρμοσθεί στο 100% ένα «ονειρεμένο» σοσιαλιστικό σύστημα, σαν προσομοίωση σε υπολογιστή, το υπόλοιπο 95% θα το χάλαγε για τους δήθεν οραματιστές του 5%. Οι πιθανότητες να βρεθεί κάποιος που θα προσπαθήσει να «ξεφύγει υπερβολικά» και να χτίσει υπέρμετρες περιουσίες ή να αποκήσει περισσότερες εξουσίες από τον διπλανό του, είναι συντριπτικά μεγαλύτερες από το να παραμείνει μέτριος και «ευτυχισμένος» στη σοσιαλιστική τελειότητα. Αν πάλι δεν του επιτρέπεται να το κάνει, τότε δεν υπάρχει βασική ελευθερία, που είναι η βάση της ευημερίας ενός πολιτισμού. «Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας». Είναι πράγματι Δημοκρατία; Είναι πραγματικά δημοκρατικές οι χώρες που φέρουν τον υποκριτικό τίτλο αυτό στην ονομασία τους; Αν ήταν άλλωστε, θα χρειαζόταν να το τονίσουν; Υπάρχει πραγματική δημοκρατία;
Από την άλλη, το οικονομικό σύστημα της Κίνας είναι πραγματικά κομμουνιστικό; Όχι, είναι ένα καπιταλιστικό έκτρωμα με σοσιαλιστικό περίβλημα. Αλλά δεν είναι η Κίνα μόνο. Οπουδήποτε κι αν κοιτάξει κανείς στον κόσμο αυτή τη στιγμή, θα δει συστήματα-εκτρώματα. Καπιταλισμούς με ανεξέλεγκτες σοσιαλιστικού τύπου κρατικές παρεμβάσεις, δήθεν σοσιαλισμούς που στην πραγματικότητα δουλεύουν για ένα 1%, δημοκρατίες που λειτουργούν με απολυταρχικά μέσα.
Κακά νέα = καλά νέα
Δεν υπάρχει και δε μπορεί να υπάρξει ιδανικό σύστημα, γι’ αυτό και το αρχικό ντιμπέιτ είναι έτσι κι αλλιώς ανούσιο. Υπάρχει μόνο ένα σύστημα, οι λίγοι εξουσιάζουν τους πολλούς, τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά. Από εκεί και πέρα το βαφτίζουν διαφορετικά από εποχή σε εποχή, για να αισθάνεται ο λαουτσίκος ότι υπάρχει πρόοδος. Πείτε το φεουδαρχία, σοσιαλισμό ή καπιταλισμό, το αποτέλεσμα είναι ίδιο – τα υπόλοιπα είναι για εσωτερική κατανάλωση, για να έχουμε λόγο να τσακωνόμαστε στο καφενείο. Υπεραπλούστευση θα πει κανείς, όμως ο μόνος τρόπος να δεις πραγματικά πως (θα) δουλεύει ο πλανήτης, είναι να διαπεράσεις ονομασίες και περιβλήματα, να απλοποιήσεις στη βάση του. Κι η βάση είναι πάντα η ίδια, ευτυχώς ή δυστυχώς. Ευτυχώς μάλλον, διότι η διαρκής αυτή ανάγκη του ανθρώπου για διαφοροποίηση, για περισσότερη ατομική ευημερία (σε βάρος άλλων) είναι αυτή που τον κινεί αυτόν και τελικά ολόκληρους πολιτισμούς.
Επομένως, όπως δεν έχει εφαρμοσθεί πραγματικά ο κομμουνισμός, το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τον καπιταλισμό. Για την ακρίβεια και πάντα κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος, η μόνη περίοδος της νεότερης ανθρώπινης ιστορίας όπου εφαρμόσθηκε ό,τι πιο κοντινό σε άκρατο, «αγνό» καπιταλισμό, ήταν οι δεκαετίες του 1960-2000. Η περίοδος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο όπου η βιομηχανία αφέθηκε να δουλέψει σαν άλογο χωρίς χαλινάρι, με την ελάχιστη κρατική παρέμβαση. Η χρυσή εποχή της Αμερικής που έδωσε ουρανοξύστες, κινηματογράφο και μουσική, όπου ο κάθε πολίτης είχε την ευκαιρία (κάποιοι βέβαια πάντα περισσότερες από άλλους) να επιχειρήσει, να ρισκάρει και να ευδοκιμήσει ή να καταστραφεί.
Πλέον ζούμε σε μια εποχή που (για τους έχονες πάντα) δεν επιτρέπεται να καταστραφείς! Ζούμε στην εποχή όπου στο όνομα μιας πανδημίας, αεροπορικές και (άρρωστες) τράπεζες ταϊζονται τρισεκατομμύρια κρατικό χρήμα. Χρήμα που φυσικά δε φυτρώνει σε δέντρα, και πληρώνεται από τις τσέπες όλων. Κι αν τυπωθεί και μοιραστεί με δήθεν κορωνο-πακέτα, «ενέσεις ρευστότητας» και «έκτακτα» προγράμματα QE ή PEPP (ή όπως θα τα ονομάσουν), πάλι θα πληρωθεί με το μορφή στασιμοπληθωρισμού και δεκαετιών οικονομικής μιζέριας. Από πού κι ως που το κράτος μπαίνει σφήνα και σώζει πανάκριβους κολοσσούς;
Μα είναι έκακτη ανάγκη, θα πει κανείς. Ε λοιπόν, τα έχετε μπερδέψει κυρίες και κυρίοι. Δεν υπάρχει έκτακτη ανάγκη στον καπιταλισμό. Πάντα θα υπάρχει μια έκτακη κατάσταση, είτε αυτή είναι πανδημία, είτε φωτιές, είτε πόλεμος. Αυτά είναι μεταξύ άλλων τα ρίσκα που αναλαμβάνει μια επιχείρηση όταν κάνει το σπουδαίο βήμα και ιδρύεται. Μην παρεξηγηθώ, δε θέλω φυσικά να καταρρεύσουν οι τράπεζες ή οι αεροπορικές ή οποιαδήποτε εταιρία που προσφέρει στην οικονομία, παράγει αγαθά κι υπηρεσίες και παρέχει θέσεις εργασίας.
Όμως αν είναι να καταρρεύσουν, έστω κι από έναν απρόβλεπτο και τόσο άδικο παράγοντα όπως μια πανδημία, τότε έτσι πρέπει να γίνει. Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις. Ειδάλλως δεν έχουμε καπιταλισμό. Κι αν δεν έχουμε καπιταλισμό, τότε να βγουν να μας πουν τουλάχιστον τι ακριβώς έχουμε, να ξέρουμε να κάνουμε τα κουμάντα μας.
Ο καπιταλισμός που γνωρίζαμε (και που τόσο λατρεύουν όλοι να μισούν) έχει μεταλλαχθεί. Πείτε το μετάλλαξη Δέλτα ή όπως νομίζετε, πάντως δε λειτουργεί πλέον προς όφελος της οικονομίας. Υπήρχε μια εποχή που οι επενδυτές ανέμεναν με ανυπομονησία πχ. τα μηνιαία στοιχεία παραγωγής PMI, δείκτες τιμών καταναλωτή κλπ. Δείκτες που μιλούσαν για την πορεία της οικονομίας, η οποία ήταν άμεσα συνδεδεμένη με το χρηματιστήριο, το οποίο ήταν η βιτρίνα της. Αν πήγαιναν αυτοί καλά, πήγαινε και το χρηματιστήριο καλά. Τώρα η πραγματική οικονομία όχι απλώς έχει αποκοπεί από το χρηματιστήριο, αλλά βαδίζει εντελώς αντίθετα!
Κάποτε ίσχυε το «sell the news» (αγόρασε στη φήμη, πούλα σην είδηση) που ουσιασικά σήμαινε πως οι επενδυτές ποντάρανε σε εκτιμήσεις, και μόλις αυτές πχ. επιβεβαιώνονταν, κεφαλαιοποιούσαν (πούλαγαν) στο άκουσμα της είδησης.
Τώρα ισχύει το «bad news is good news». Τα άσχημα νέα (όσον αφορά παραγωγή, έλλειμμα, πληθωρισμό κλπ) στην πραγματικότητα είναι καλά νέα, καθώς σημαίνουν περαιτέρω χρηματική ενίσχυση από Fed! Η πανδημία δρα σαν το σταθερό παράγοντα (από εκεί που ξεκίνησε ως ο απρόβλεπτος καταλύτης), και τα κακά νέα ως η μεταβλητή. Εφόσον η πανδημία καλά κρατεί (και επομένως η δικαιολογία για stimulus και κρατικά πακέτα ενίσχυσης μέσω των κεντρικών τραπεζών), τότε τα κακά νέα = καλά νέα!
Ζούμε μια εποχή (γενικότερου) παραλογισμού, με την οικονομία να συνεχίζει φαινομενικά να γράφει θετικό πρόσημο, στην πραγματικότητα ωστόσο όχι μόνο δεν προσθέτει στο ταμείο, την ανάπτυξη, την ευημερία του παγκόσμιου πολιτισμού, αλλά καταναλώνει με ανεξέλεγκο ρυθμό από τα «έτοιμα». Κάτι που φυσικά θα πληρώσουμε όλοι, με τη μορφή δεκαετιών (ίσως) οικονομικής μιζέριας. Κι όλα αυτά την ώρα που κάποιοι κολοσσοί θα πανηγυρίζουν για τα μπόνους τους κι οι πολιτικοί θα καρπώνονται και την «επιτυχία» κατά της πανδημίας και των οικονομικών συνεπειών της.
Το καράβι έχει πάρει μια μοιραία ρότα. Κι αυτό φαίνεται μεταξύ άλλων από τις εταιρίες-ζόμπι. Εταιρίες όπως η AMC και η GameStop που έγιναν πρόσφατα πασίγνωστες από τα τρελά πονταρίσματα ορδών «επενδυτών», δίνοντάς μάλιστα την ονομασία meme stocks.
Η επέλαση των εταιρών-ζόμπι
Σε αγορές που λειτουργούν σωστά, οι επενδυτές στοχεύουν να αγοράσουν περιουσιακά στοιχεία με πολλά υποσχόμενες δυνατότητες ανάπτυξης. Επιπλέον, θα πρέπει γενικά να αποφεύγουν επενδύσεις με περιορισμένο ή καθόλου δυναμικό ανάπτυξης.
Μια τέτοια καπιταλιστική διαδικασία επιτρέπει σε νέες εταιρείες με παραγωγικές ιδέες να αντλήσουν κεφάλαιο. Ταυτόχρονα, περιορίζει τις ροές κεφαλαίων σε εταιρείες με μη παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία και ελάχιστες δυνατότητες.
Αυτή η δυναμική εξασφαλίζει αύξηση της παραγωγικότητας.
Μπορούμε να σκεφτούμε τη διαδικασία της αυτοεξυπηρέτησης ως καπιταλιστικού δαρβινισμού, ή όπως την αποκαλούμε, τον ενάρετο κύκλο. Όταν μια κεντρική τράπεζα χειρίζεται αλόγιστα τα επιτόκια, η διαδικασία αποτυγχάνει. Σε τέτοιες συνθήκες το κεφάλαιο τείνει να προσελκύει κερδοσκοπικές επενδύσεις. Οι ισχυρότεροι, ή αυτοί που προσφέρουν στην οικονομία τα πιο παραγωγικά οφέλη, δεν λαμβάνουν το μερίδιο του λέοντος του κεφαλαίου.
Πολύ συχνά, οι λεγόμενες εταιρείες ζόμπι παίρνουν κεφάλαια από αυτές.
Τα ζόμπι είναι εταιρείες που διασώθηκαν ή/και δεν μπορούν να καλύψουν τις οφειλές τους χωρίς να εκδώσουν περισσότερο χρέος. Τέτοιες εταιρείες όχι μόνο μένουν ζωντανές, αλλά συχνά ευδοκιμούν όταν τα επιτόκια είναι πολύ χαμηλά και η κερδοσκοπία είναι ανεξέλεγκτη. Οι περισσότερες εταιρείες ζόμπι δεν προσφέρουν πολλά υποσχόμενη ανάπτυξη ή καινοτομία.
Αντ ‘αυτού, κυνηγούν τους επενδυτές με τη γοητεία των υψηλότερων τιμών των μετοχών.
Η AMC Entertainment Holdings, η AMC, είναι η μεγαλύτερη αλυσίδα κινηματογράφου της Αμερικής, εδώ και 101 χρόνια. Τα έσοδα της AMC ξεπέρασαν τα έξοδα από τόκους μόνο μία φορά τα τελευταία 10 χρόνια. Τα έσοδά της έχουν συρρικνωθεί σε λιγότερο από το 10% των επιπέδων τους πριν από την πανδημία.
Πιο ανησυχητικό, παρά τους εμβολιασμούς, οι θεατές δεν επιστρέφουν στον κινηματογράφο όπως παλιά. Παρόλο που εξακολουθεί να υπάρχει φόβος για τις κινηματογραφικές αίθουσες, η AMC είναι επίσης θύμα των εταιριών streaming. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, υπηρεσίες όπως το Netflix, το HBO, το Hulu και άλλοι έγιναν μια πιο βιώσιμη επιλογή παρακολούθησης ταινιών.
Η AMC έχει γίνει μια δημοφιλής μετοχή μιμ και οι επενδυτές φαίνονται πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν το πολύτιμο κεφάλαιό τους για να το κυνηγήσουν πολύ πάνω από τις προηγούμενες αποτιμήσεις. Οι κερδοσκόποι δεν λαμβάνουν υπόψη τον ισολογισμό, την κατάσταση αποτελεσμάτων ή τις προοπτικές της AMC. Αντ ‘αυτού, εστιάζουν αποκλειστικά στο αν θα ανέβει ή όχι.
Τι θα συμβεί αν τα 18 δισεκατομμύρια δολάρια κεφαλαίου διατεθούν για κάτι παραγωγικό;
Φανταστείτε εάν οι επενδυτές της AMC επικεντρώνονταν στην έρευνα για τον καρκίνο, την εξερεύνηση του διαστήματος, τις νανοτεχνολογίες ή άλλες παραγωγικές επιχειρήσεις. Τώρα σκεφτείτε ότι δεν είναι μόνο η AMC. Τα ζόμπι είναι παντού και απορροφούν κεφάλαια που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για πιο παραγωγικά μέσα.
Η Κίνα αλλάζει τα δεδοεμένα
Η ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία έχει αρνητικές οικονομικές και κοινωνιολογικές επιπτώσεις.
Ίσως της ίδιας σημασίας ο κύριος οικονομικός ανταγωνιστής μας φαίνεται να έχει διαφορετική στάση ενθαρρύνοντας τις παραγωγικές επενδύσεις εις βάρος μη παραγωγικών επιχειρήσεων.
Ο Noah Smith, συγγραφέας του Bloomberg Opinion, έγραψε πρόσφατα Γιατί η Κίνα καταστρέφει την τεχνολογική βιομηχανία της.
Πιστεύει ότι η πρόσφατη τιμωρία εταιρειών «τεχνολογίας» όπως η Alibaba, η Ant Financial, η Tencent και η Didi δεν βασίζονται στις ίδιες μονοπωλιακές ανησυχίες που δημιουργούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με το άρθρο του: «Και έτσι, όταν οι ηγέτες της Κίνας εξετάζουν τι είδους τεχνολογίες θέλουν οι μηχανικοί και οι επιχειρηματίες της χώρας να ξοδεύουν την προσπάθειά τους, πιθανότατα δεν θέλουν να ξοδέψουν αυτήν την προσπάθεια σε πράγματα που είναι μόνο για διασκέδαση και ευκολία.
Πιθανότατα έριξαν μια ματιά στον καταναλωτικό τους τομέα στο διαδίκτυο και αποφάσισαν ότι ο σύνδεσμος μεταξύ αυτού του τομέα και της γεωπολιτικής δύναμης είχε γίνει πολύ αδύναμος για να συνεχίσει να ρίχνει κεφάλαια και εργατικό δυναμικό υψηλής ειδίκευσης.
Και έτσι, με την κλασική μόδα του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ήρθε η ώρα να τους διασπάσουμε». Η Κίνα προωθεί την αύξηση της παραγωγικότητας και όχι την αύξηση του κέρδους.
Αν είναι αλήθεια, η Κίνα παίζει το «long game» (μακροπρόθεσμο) παιχνίδι που θα ωφελήσει το έθνος τους. Ενώ η απαγόρευση ή ακόμη και η τιμωρία των εταιρειών «διαδικτύου» είναι πολύ λιγότερο πιθανό εδώ, θα πρέπει να το προσέξουμε.
Η Fed δεν προωθεί άμεσα την AMC, ωστόσο οι ενέργειές της δημιουργούν ένα περιβάλλον που επιτρέπει στις μετοχές της AMC να αποκτήσουν πολύτιμο κεφάλαιο παρά τις μη αξιόλογες αποτιμήσεις.
Αυτό το κεφάλαιο δεν είναι επομένως διαθέσιμο για πιο παραγωγικές επενδύσεις. Μπορεί να είναι διασκεδαστικό να παρακολουθείτε ή/και να ανταλλάσσετε εταιρείες ζόμπι, αλλά το κόστος μιας τέτοιας ψυχαγωγίας είναι ακριβότερο από ό, τι αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι άνθρωποι.
