Τα μεγάλα ονόματα κρατούν όρθια την αγορά τέχνης, αλλά η νέα γενιά μένει πίσω

Οι κορυφαίες δημοπρασίες της Νέας Υόρκης επιβεβαιώνουν ότι οι συλλέκτες στρέφονται σε καθιερωμένες αξίες, ενώ η πιο ριψοκίνδυνη σύγχρονη δημιουργία συνεχίζει να πιέζεται

Τα μεγάλα ονόματα κρατούν όρθια την αγορά τέχνης, αλλά η νέα γενιά μένει πίσω

Η φετινή ανοιξιάτικη περίοδος δημοπρασιών στη Νέα Υόρκη έδωσε ίσως το πιο καθαρό μήνυμα των τελευταίων ετών για το πού κατευθύνεται η διεθνής αγορά τέχνης. Παρά τα εντυπωσιακά συνολικά αποτελέσματα και τα μεγάλα ποσά που άλλαξαν χέρια, οι συλλέκτες έδειξαν ξεκάθαρα ότι δεν αγοράζουν πλέον με την ίδια ευκολία το «νέο», το αμφιλεγόμενο ή το υπερπροωθημένο. Αντίθετα, το ενδιαφέρον συγκεντρώνεται ολοένα περισσότερο γύρω από τα καθιερωμένα blue-chip ονόματα, τα έργα με ισχυρή προέλευση και τους καλλιτέχνες που διαθέτουν μουσειακή βαρύτητα και ιστορική αντοχή.

σχετικά άρθρα

Το συμπέρασμα αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην ανάλυση του The Art Newspaper για τις μεγάλες δημοπρασίες Μαΐου στη Νέα Υόρκη. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι Sotheby’s και οι Christie’s κατάφεραν να προσελκύσουν εξαιρετικά ισχυρό υλικό από σημαντικές συλλογές και κληροδοτήματα, μετά από μια διετία κατά την οποία πολλοί εύποροι συλλέκτες δίσταζαν να διαθέσουν κορυφαία έργα στην αγορά. Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά πωλήσεων όπου τα μεγάλα ονόματα κυριάρχησαν σχεδόν απόλυτα.

Η επιστροφή της ιστορικής βαρύτητας

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε ο Mark Rothko. Το έργο Brown and Blacks in Reds (1957), προερχόμενο από τη συλλογή του dealer Robert Mnuchin, πωλήθηκε στους Sotheby’s για περίπου 85,8 εκατ. δολάρια, επιβεβαιώνοντας ότι οι συλλέκτες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τα κορυφαία έργα της μεταπολεμικής αφαίρεσης ως μία από τις ασφαλέστερες κατηγορίες της αγοράς.

Ακόμη πιο εντυπωσιακό ήταν το αποτέλεσμα για το No. 15 (Two Greens and Red Stripe) του Rothko από τη συλλογή της Agnes Gund, το οποίο έφτασε τα 98,385 εκατ. δολάρια στους Christie’s και σημείωσε νέο ρεκόρ δημοπρασίας για τον καλλιτέχνη.

Η ίδια εικόνα εμφανίστηκε και σε άλλα κορυφαία ονόματα της αγοράς. Οι δημοπρασίες της Νέας Υόρκης στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό σε έργα καλλιτεχνών όπως οι Pablo Picasso, Claude Monet, Henri Matisse, Jackson Pollock, Constantin Brâncuși, Willem de Kooning και Andy Warhol, δηλαδή σε ονόματα που θεωρούνται εδώ και δεκαετίες ο πυρήνας της παγκόσμιας αγοράς τέχνης.

Η πιο εντυπωσιακή στιγμή της σεζόν ήρθε από τους Christie’s, όπου το Number 7A (1948) του Jackson Pollock πωλήθηκε για 181,185 εκατ. δολάρια, ενώ το μπρούντζινο Danaïde του Constantin Brâncuși έφτασε τα 107,585 εκατ. δολάρια. Τα αποτελέσματα αυτά συνέβαλαν καθοριστικά στο συνολικό ποσό των περίπου 2,5 δισ. δολαρίων που άλλαξαν χέρια κατά τη διάρκεια της μεγάλης εβδομάδας δημοπρασιών της Νέας Υόρκης.

Πίσω όμως από τα εντυπωσιακά headlines, η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη. Το The Art Newspaper σημειώνει ότι οι ισχυρές επιδόσεις αφορούσαν σχεδόν αποκλειστικά τα καθιερωμένα ονόματα, ενώ η πιο «αιχμηρή», πειραματική ή νεότερη σύγχρονη τέχνη συνέχισε να εμφανίζει αδυναμίες. Τα μεγάλα ποσά συγκεντρώθηκαν στην κορυφή της αγοράς, αλλά οι νεότεροι καλλιτέχνες και οι πιο speculative κατηγορίες δεν κατάφεραν να ακολουθήσουν με την ίδια ένταση.

Λιγότερος θόρυβος, περισσότερη επιλεκτικότητα

Το φαινόμενο συνδέεται άμεσα με τη μεταβολή της συμπεριφοράς των συλλεκτών. Σε αντίθεση με την περίοδο 2020-2022, όταν η αγορά αντάμειβε συχνά την ταχύτητα, το hype και την επιθετική προώθηση νέων ονομάτων, σήμερα οι αγοραστές εμφανίζονται πολύ πιο προσεκτικοί. Η ποιότητα, η προέλευση, η έκθεση σε μουσεία και η ιστορική σημασία ενός έργου φαίνεται να μετρούν περισσότερο από τη μόδα της στιγμής.

Ιδιαίτερο ρόλο παίζει και η κρίση που αντιμετωπίζει το τμήμα των γκαλερί. Η πίεση που δέχονται πολλές γκαλερί σύγχρονης τέχνης επηρεάζει πλέον άμεσα και την πρωτογενή αγορά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δυσκολεύεται η μετάβαση νεότερων καλλιτεχνών από το στάδιο της ανακάλυψης στο στάδιο της ευρύτερης συλλεκτικής αποδοχής.

Παράλληλα, η αγορά φαίνεται να ανταμείβει όλο και περισσότερο τα έργα με ισχυρή και αναγνωρίσιμη προέλευση. Οι συλλογές των S.I. Newhouse, Agnes Gund, Robert Mnuchin και άλλων σημαντικών συλλεκτών λειτούργησαν ως καθοριστικός παράγοντας επιτυχίας στις φετινές πωλήσεις, ενισχύοντας την αίσθηση ασφάλειας που αναζητούν πλέον οι αγοραστές.

Η τάση αυτή δεν αφορά μόνο τις δημοπρασίες. Σε ολόκληρη την αγορά τέχνης παρατηρείται μια ευρύτερη επιστροφή στα λεγόμενα «ασφαλή» ονόματα. Έργα καλλιτεχνών με δεκαετίες ιστορικής παρουσίας, εκτεταμένη βιβλιογραφία, σημαντικές μουσειακές εκθέσεις και ισχυρή δευτερογενή αγορά προσελκύουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από ό,τι οι πιο επιθετικά προωθούμενες νέες αφίξεις.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αγορά σύγχρονης τέχνης καταρρέει. Σημαίνει όμως ότι περνά σε μία πιο ώριμη και απαιτητική φάση. Οι συλλέκτες συνεχίζουν να ξοδεύουν μεγάλα ποσά, αλλά τα διαθέτουν πολύ πιο επιλεκτικά. Η εποχή κατά την οποία σχεδόν οποιοδήποτε ανερχόμενο όνομα μπορούσε να εκτοξευθεί μέσα από λίγες εκθέσεις και μια επιθετική παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα φαίνεται να απομακρύνεται.

Το βασικό μήνυμα των φετινών δημοπρασιών είναι ίσως το πιο απλό: τα χρήματα δεν έφυγαν από την αγορά τέχνης. Απλώς μετακινήθηκαν ξανά προς τους καλλιτέχνες που οι συλλέκτες θεωρούν δοκιμασμένους στον χρόνο. Και προς το παρόν, οι Rothko, Warhol, Monet, Picasso και Pollock εξακολουθούν να αποτελούν το ασφαλέστερο καταφύγιο του διεθνούς art market.