Η πολύχρονη διαμάχη γύρω από το έργο Seated Man with a Cane (1918) του Amedeo Modigliani εισέρχεται σε νέα φάση, καθώς η πλευρά του εμπόρου τέχνης David Nahmad επιχειρεί να ανατρέψει την πρόσφατη δικαστική απόφαση με νέα στοιχεία και μαρτυρίες. Η υπόθεση αποτελεί μία από τις πιο εμβληματικές διαμάχες restitution στην αγορά τέχνης, συνδέοντας την ιστορία της ναζιστικής λεηλασίας με σύγχρονες πρακτικές συλλογής, offshore δομών και δικαστικών διεκδικήσεων.
Νέες μαρτυρίες αμφισβητούν την ταυτότητα του έργου

Σύμφωνα με δήλωση της νομικής ομάδας Nahmad, μετά τη δημοσιότητα που έλαβε η απόφαση του Απριλίου, δύο νέοι μάρτυρες εμφανίστηκαν, υποστηρίζοντας ότι έχουν δει το έργο που ανήκε στην οικογένεια Van der Klip — την οικογένεια που φέρεται να απέκτησε το λεηλατημένο έργο το 1944.
Οι μάρτυρες αυτοί υποστηρίζουν ότι το έργο που είδαν δεν ταυτίζεται με το Seated Man with a Cane. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, το έργο δεν απεικονίζει καθισμένη μορφή, δεν περιλαμβάνει μπαστούνι και είναι σημαντικά μικρότερο σε διαστάσεις. Το επιχείρημα αυτό πλήττει τον πυρήνα της υπόθεσης: αν το έργο δεν είναι το ίδιο, τότε καταρρέει η βάση της διεκδίκησης από τους κληρονόμους.
Το επιχείρημα των εγγράφων
Η πλευρά Nahmad ενισχύει τη θέση της επικαλούμενη και ένα πιστοποιημένο έγγραφο του 1946, στο οποίο ο ίδιος ο Oscar Stettiner —εβραίος έμπορος τέχνης και αρχικός ιδιοκτήτης— περιγράφει το χαμένο έργο. Σύμφωνα με το έγγραφο, το έργο περιγράφεται ως αυτοπροσωπογραφία του Modigliani, κάτι που δεν ταιριάζει με το Seated Man with a Cane, το οποίο απεικονίζει άλλον άνδρα. Η αναφορά αυτή δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα: πρόκειται για λάθος ταύτιση ή για διαφορετικά έργα;
Καθοριστικό ρόλο στη συζήτηση παίζει και το πρόσφατα δημοσιευμένο catalogue raisonné του Modigliani από τον Marc Restellini. Ο ίδιος δηλώνει ότι η προέλευση από την οικογένεια Van der Klip δεν ήταν ποτέ πλήρως επιβεβαιωμένη και για αυτό εμφανίζεται με επιφύλαξη στο έργο του. Όπως σημειώνει, η συγκεκριμένη provenance βασίζεται σε μη επιβεβαιωμένες πηγές και δεν θεωρήθηκε απολύτως πειστική. Η τοποθέτηση αυτή ενισχύει την αμφιβολία γύρω από τη διαδρομή του έργου — βασικό στοιχείο σε κάθε υπόθεση restitution.
Το ιστορικό της υπόθεσης και η δικαστική απόφαση
Η υπόθεση έχει τις ρίζες της στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Oscar Stettiner, έμπορος τέχνης στο Παρίσι, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη συλλογή του πριν από τη ναζιστική κατοχή το 1939, με τα έργα του να κατασχένονται και να πωλούνται. Το έργο Seated Man with a Cane εμφανίστηκε αργότερα στην αγορά και αγοράστηκε το 1996 από τον Nahmad μέσω δημοπρασίας του οίκου Christie’s για περίπου $3,2 εκατ.
Το 2015, ο εγγονός του Stettiner, Philippe Maestracci, μαζί με την εταιρεία Mondex Corporation, κατέθεσε αγωγή στη Νέα Υόρκη, διεκδικώντας την επιστροφή του έργου. Τον Απρίλιο του 2026, το Ανώτατο Δικαστήριο της Νέας Υόρκης αποφάσισε ότι το έργο πρέπει να επιστραφεί στους κληρονόμους, κρίνοντας ότι ο Stettiner είχε δικαίωμα κατοχής και δεν το εγκατέλειψε οικειοθελώς. Η αξία του έργου εκτιμάται σήμερα έως και $25–30 εκατομμύρια, ενισχύοντας το οικονομικό διακύβευμα της υπόθεσης.
Panama Papers, offshore δομές και διαφάνεια
Η υπόθεση απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη διάσταση μετά τις αποκαλύψεις των Panama Papers το 2016, οι οποίες συνέδεσαν το έργο με offshore εταιρεία, την International Art Center, που φέρεται να ελέγχεται από την οικογένεια Nahmad. Η αποκάλυψη αυτή ανέδειξε ένα ευρύτερο ζήτημα: τη χρήση offshore δομών στην αγορά τέχνης και την έλλειψη διαφάνειας στην κατοχή και διακίνηση έργων υψηλής αξίας.
Η νέα τροπή της υπόθεσης δεν αφορά μόνο την τύχη ενός πίνακα. Αγγίζει τον πυρήνα της αγοράς τέχνης, την αξιοπιστία της provenance, τον ρόλο των ειδικών και των catalogues raisonnés, αλλά και τη δυσκολία απόδειξης ιδιοκτησίας δεκαετίες μετά. Το βασικό ερώτημα παραμένει ανοιχτό: πρόκειται για λάθος ταυτοποίηση ή για προσπάθεια ανατροπής μιας ήδη τεκμηριωμένης υπόθεσης;
Σε μια αγορά που γίνεται ολοένα και πιο ευαίσθητη σε θέματα διαφάνειας και ιστορικής ευθύνης, η υπόθεση Nahmad–Modigliani λειτουργεί ως test case. Και το αποτέλεσμα της επόμενης φάσης ενδέχεται να επηρεάσει όχι μόνο τους εμπλεκόμενους, αλλά ολόκληρο το σύστημα της διεθνούς αγοράς τέχνης.
