Η Νέα Υόρκη αλλάζει τους κανόνες: 6.350 αρχαιότητες βγήκαν από τη γκρίζα αγορά
Η δράση της Antiquities Trafficking Unit της Εισαγγελίας του Μανχάταν έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες αναδιάρθρωσης της διεθνούς αγοράς αρχαιοτήτων.Η μονάδα, υπό τον εισαγγελέα Matthew Bogdanos, έχει ανακτήσει περισσότερα από 6.350 αρχαιολογικά αντικείμενα, συνολικής εκτιμώμενης αξίας περίπου 500 εκατ. δολαρίων,επιστρέφοντάς τα σε περισσότερες από 30 χώρες. Η επίδραση της μονάδας ξεπερνά τις επιμέρους κατασχέσεις. Μουσεία, οίκοι δημοπρασιών, galleries και ιδιώτες συλλέκτες υποχρεώνονται πλέον να ελέγχουν με μεγαλύτερη αυστηρότητα το provenance, δηλαδή την τεκμηριωμένη αλυσίδα ιδιοκτησίας ενός αντικειμένου. Έργα χωρίς σαφή ιστορία εξαγωγής, αγοράς και προηγούμενης κατοχής

αντιμετωπίζονται ως πιθανός νομικός και οικονομικός κίνδυνος. Η μονάδα δημιουργήθηκε επίσημα το 2017, αλλά η Εισαγγελία του Μανχάταν είχε ξεκινήσει έρευνες για παράνομες αρχαιότητες αρκετά χρόνια νωρίτερα. Μέχρι τον Μάρτιο του 2025 είχε ανακτήσει σχεδόν 6.000 αντικείμενα, αξίας περίπου 465 εκατ. δολαρίων, ενώ περισσότερα από 5.450 είχαν ήδη επιστραφεί σε 29 χώρες. Τα νεότερα στοιχεία δείχνουν ότι η δραστηριότητα συνεχίστηκε με υψηλό ρυθμό. Η στρατηγική έχει μετακινηθεί από την απλή αναζήτηση μεμονωμένων έργων στη χαρτογράφηση ολόκληρων δικτύων διακίνησης. Ψηφιακά αρχεία, ηλεκτρονική αλληλογραφία, τραπεζικές κινήσεις, φωτογραφίες από αποθήκες και παλιοί κατάλογοι δημοπρασιών χρησιμοποιούνται για να αποκαλυφθεί η διαδρομή αντικειμένων από χώρους λεηλασίας έως μεγάλες ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές. Για την αγορά, οι συνέπειες είναι άμεσες. Ένα αντικείμενο μπορεί να απολέσει σχεδόν ολόκληρη την εμπορική του αξία όταν αμφισβητείται η νόμιμη προέλευσή του. Παράλληλα, συλλέκτες και ιδρύματα μπορούν να βρεθούν αντιμέτωποι με κατασχέσεις, δικαστικές δαπάνες, ασφαλιστικές διαφορές και σοβαρή βλάβη φήμης. Υπάρχουν, πάντως, και αντιδράσεις. Ορισμένοι έμποροι και νομικοί υποστηρίζουν ότι η Εισαγγελία εφαρμόζει σημερινά πρότυπα τεκμηρίωσης σε αγορές που έγιναν δεκαετίες νωρίτερα και ότι ορισμένες χώρες χρησιμοποιούν τις διεκδικήσεις πολιτιστικής κληρονομιάς ως εργαλείο κρατικής πολιτικής. Οι υποστηρικτές της μονάδας απαντούν ότι η έλλειψη εγγράφων δεν μπορεί να λειτουργεί ως άδεια για τη νομιμοποίηση προϊόντων λεηλασίας. Το βέβαιο είναι ότι το provenance μετατρέπεται από ιστορική υποσημείωση σε βασικό στοιχείο αποτίμησης. Στην αγορά αρχαιοτήτων, η αξία δεν καθορίζεται πλέον μόνο από τη σπανιότητα και την αισθητική ποιότητα, αλλά και από το εάν το αντικείμενο μπορεί να αντέξει έναν πλήρη νομικό και τεχνικό έλεγχο.

