Του Γιάννη Χατζηθεοδοσίου
Η συζήτηση για τη βιωσιμότητα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων δεν είναι τεχνική ούτε οικονομικού χαρακτήρα. Είναι βαθιά κοινωνική και πολιτική. Γιατί όταν μιλάμε για ΜμΕ, δεν μιλάμε για ισολογισμούς. Μιλάμε για ανθρώπους, οικογένειες, γειτονιές και ολόκληρες τοπικές κοινωνίες. Μιλάμε για το 97% του ελληνικού επιχειρείν, για πάνω από δύο εκατομμύρια εργαζόμενους και για τον κορμό που κρατά ζωντανή την πραγματική οικονομία στις πιο απαιτητικές στιγμές της.
Σήμερα, αυτός ο κορμός δέχεται πρωτοφανείς πιέσεις. Δεν φταίνε μόνο οι διεθνείς αναταράξεις. Φταίει κυρίως η χρόνια στρέβλωση του οικονομικού μας μοντέλου, που έχει δημιουργήσει ένα άνισο πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στους μικρούς και τους μεγάλους. Δεν είναι πρόβλημα η ύπαρξη μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά η έλλειψη ισότιμων κανόνων. Οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν ευκολότερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση και απολαμβάνουν ιδιαίτερα προνόμια, ενώ οι μικρές καλούνται να επιβιώσουν με υπέρογκο ενεργειακό κόστος, υψηλές εισφορές και σχεδόν κλειστές πόρτες στα τραπεζικά ιδρύματα.
Την ίδια στιγμή, οι προβλέψεις για την πορεία της οικονομίας τα επόμενα χρόνια δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικές. Η αύξηση του ΑΕΠ αναμένεται μειούμενη μετά το 2026, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να συρρικνωθεί. Η προσωρινή ανάκαμψη που δείχνουν τα στοιχεία του 2026 οφείλεται κυρίως στην ολοκλήρωση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης, άρα δεν αποτελεί σταθερή βάση για το μέλλον.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, είναι απλό: Μπορεί να υπάρξει πραγματική ανάπτυξη χωρίς βιώσιμες και δυναμικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις;
Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Όχι. Η ανάπτυξη δεν χτίζεται από την κορυφή προς τα κάτω. Χτίζεται από τη βάση. Από αυτούς που δημιουργούν κάθε μέρα αξία στη γειτονιά, στην τοπική αγορά, στην τοπική κοινωνία.
Για να στηριχθεί ουσιαστικά η μικρή επιχείρηση, χρειάζεται ένα συνολικό σχέδιο πολιτικής, όχι αποσπασματικά μέτρα. Ένα σχέδιο που θα περιλαμβάνει πέντε βασικούς άξονες:
Πρώτον, πραγματική πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Με τη δημιουργία Ειδικού Ταμείου Μικρής Επιχειρηματικότητας και με υποχρέωση των τραπεζών να διαθέτουν πόρους στις ΜμΕ με διαφανείς όρους. Χωρίς κεφάλαια, ανάπτυξη απλώς δεν υπάρχει.
Δεύτερον, μείωση μη μισθολογικού κόστους και δίκαιο φορολογικό πλαίσιο. Η μικρή επιχείρηση δεν μπορεί να πληρώνει αναλογικά περισσότερα από έναν μεγάλο όμιλο. Αυτό δεν λέγεται ανταγωνισμός.
Τρίτον, προστασία από το δυσθεώρητο ενεργειακό κόστος. Με ειδικό τιμολόγιο για ΜμΕ, πλήρως επιδοτούμενα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης και κίνητρα για αυτοπαραγωγή ενέργειας.
Τέταρτον, ουσιαστική ψηφιακή στήριξη. Πλήρης επιδότηση λογισμικών, απλοποίηση διαδικασιών ένταξης στα προγράμματα και οργανωμένη εκπαίδευση ψηφιακών δεξιοτήτων.
Πέμπτον, δίκαιη ρύθμιση χρεών και πραγματική δεύτερη ευκαιρία για όσους επλήγησαν από τις αλλεπάλληλες κρίσεις.
Η στήριξη των μικρομεσαίων αποτελεί εθνική ανάγκη. Αν οι πολιτικές ευνοούν μόνο τους μεγάλους, τότε δεν έχουμε ανάπτυξη, έχουμε συγκεντροποίηση. Κι αυτό κάνει τους ισχυρούς ισχυρότερους και τους μικρούς πιο ευάλωτους.
Η επόμενη μέρα για τη μικρή επιχείρηση δεν μπορεί να είναι μέρα επιβίωσης. Πρέπει να είναι μέρα δημιουργίας, καινοτομίας, προόδου.

