«Διανέοσις»: Εννέα προτάσεις για την ανάκαμψη του αγροτικού τομέα – Τα διαρθρωτικά προβλήματα και οι παρεμβάσεις

«Διανέοσις»: Εννέα προτάσεις για την ανάκαμψη του αγροτικού τομέα – Τα διαρθρωτικά προβλήματα και οι παρεμβάσεις

Εννιά προτάσεις για την ανάκαμψη του ελληνικού αγροτικού τομέα προβλέπει εκτεταμένη κλαδική έκθεση του Οργανισμού Έρευνας και Ανάλυσης «Διανέοσις».

σχετικά άρθρα

Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν η παροχή κινήτρων για συγχωνεύσεις αγροτικών εκμεταλλεύσεων, εξειδικευμένα χρηματοδοτικά εργαλεία και η αναβάθμιση μηχανισμών διαχείρισης κινδύνου, με έμφαση στην ασφάλιση παραγωγής, την πρόληψη και την ταχύτερη αποζημίωση.

Η έκθεση αναλύει την κατάσταση του αγροτικού στην Ελλάδα, η οποία χαρακτηρίζεται από ένα συνδυασμό «θετικών επιδόσεων σε ονομαστικούς δείκτες και εξαγωγές» από τη μια μεριά και μιας «διαχρονικής αδυναμίας παραγωγικής μεγέθυνσης σε πραγματικούς όρους» από την άλλη.

Σύμφωνα με τον Οργανισμό «Διανέοσις», «τα τελευταία χρόνια, η αξία της αγροτικής παραγωγής καταγράφει ιστορικά υψηλά σε τρέχουσες τιμές, εξέλιξη που οφείλεται κυρίως στις αυξήσεις των τιμών»

«Ωστόσο», τονίζεται στην ίδια έκθεση, «σε σταθερές τιμές, η παραγωγή εμφανίζει πτωτική τάση, ιδιαίτερα μετά το 2022. Η επιδείνωση αυτή συνδέεται τόσο με ακραία καιρικά φαινόμενα –όπως η καταιγίδα Daniel– όσο και με ευρύτερες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, ενώ επιτείνεται και από τις πρόσφατες επιζωοτίες, όπως αυτή της ευλογιάς των αιγοπροβάτων. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στην Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία του Τομέα, η οποία σε πραγματικούς όρους καταγράφει σημαντική και διαχρονική μείωση. Παράλληλα, το κόστος των εισροών αυξάνεται, περιορίζοντας περαιτέρω την καθαρή αξία που παράγεται και συμπιέζοντας το κέρδος των παραγωγών. Το αποτέλεσμα είναι μια συνολική επιδείνωση της παραγωγικότητας, η οποία αποτυπώνεται και σε σύγκριση με την ΕΕ: η Ελλάδα απασχολεί δυσανάλογα μεγάλο εργατικό δυναμικό (10,5% vs 3%) στον Αγροτικό Τομέα, αλλά με χαμηλότερη απόδοση ανά εργαζόμενο».

Από την άλλη μεριά, όμως, «οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων παρουσιάζουν αξιοσημείωτη δυναμική και το εμπορικό ισοζύγιο (εξαγωγές μείον εισαγωγές) του Tομέα είναι σταθερά θετικό την τελευταία δεκαετία. Αυτό υποδηλώνει ότι, παρά τα εσωτερικά προβλήματα, ο ελληνικός ΑΤ διατηρεί σημαντικό βαθμό διεθνούς ανταγωνιστικότητας, ιδίως σε συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων».

Οι 9 προτάσεις του «Διανέοσις» για την αγροτική παραγωγή

1. Μείωση του κατακερματισμού της γης μέσω κινήτρων για συγχωνεύσεις εκμεταλλεύσεων, συνεργατικά σχήματα και πιο ενεργή αξιοποίηση εργαλείων αναδασμού.

2. Ενίσχυση επενδύσεων σε τεχνολογία και καινοτομία, με έμφαση στην ψηφιοποίηση, τη γεωργία ακριβείας και τον εκσυγχρονισμό εξοπλισμού.

3. Βελτίωση πρόσβασης σε χρηματοδότηση, μέσω εξειδικευμένων χρηματοδοτικών εργαλείων και καλύτερης αξιολόγησης αγροτικών επενδυτικών σχεδίων.

4. Προσέλκυση και στήριξη νέων αγροτών, με στοχευμένα κίνητρα εισόδου, εκπαίδευση και σύνδεση με την έρευνα και την καινοτομία.

5. Ενίσχυση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της ισονομίας στο σύστημα των κοινοτικών και κρατικών ενισχύσεων προς τον Αγροτικό Τομέα.

6. Ενίσχυση συλλογικών σχημάτων (συνεταιρισμοί, ομάδες παραγωγών και άλλα συνεργατικά σχήματα) για επίτευξη οικονομιών κλίμακας και καλύτερη πρόσβαση στις αγορές.

7. Αναβάθμιση μηχανισμών διαχείρισης κινδύνου, με έμφαση στην ασφάλιση παραγωγής, την πρόληψη και την ταχύτερη αποζημίωση.

8. Ενίσχυση της διασύνδεσης με τη Μεταποίηση και τον Τουρισμό, ώστε να αυξηθεί η προστιθέμενη αξία των αγροτικών προϊόντων.

9. Σύνταξη ενός Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου Αγροτικής Ανάπτυξης, που θα ενσωματώνει όλες τις παραπάνω μεταρρυθμίσεις και θα αναπρο σανατολίσει την αγροτική παραγωγή, με έναν συνεκτικό και ολιστικό τρόπο που θα χαίρει ευρείας αποδοχής από τον κλάδο και την κοινωνία.

Τα βασικά προβλήματα

Η έκθεση του «Διανέοσις» αναλύει πολύ συστηματικά τα βασικότερα προβλήματα του ελληνικού αγροτικού τομέα:

• Μικρό και κατακερματισμένο μέγεθος των εκμεταλλεύσεων, • Γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, • Χαμηλό επίπεδο κατάρτισης, • Υστέρηση σε επενδύσεις, • Άνοδος του κόστους παραγωγής • Ολοένα πιο ορατές πιέσεις της κλιματικής αλλαγής

Πιο συγκεκριμένα, η έκθεση καταπιάνεται ιδιαίτερα με τα ακόλουθα τρωτά σημεία:

Ο γρίφος της παραγωγικότητας

Σύμφωνα με τον οργανισμό «Διανέοσις», «παρά την υποσχόμενη εικόνα των εξαγωγών και τα σημαντικά μεγέθη του, ο ελληνικός Αγροτικός Τομέας φαίνεται να παρουσιάζει ένα βαθύτερο, ιδιαίτερα επίμονο πρόβλημα: τη χαμηλή παραγωγικότητα.

Από τη μία πλευρά, όπως είδαμε παραπάνω, το 2024 η συνολική αξία της παραγωγής έφτασε σχεδόν τα 15,7 δισ. ευρώ σε ονομαστικούς όρους μετά από συνεχόμενες αυξήσεις από το 2021».

«Ωστόσο, η εικόνα αυτή από μόνη της είναι μάλλον παραπλανητική. Αν κοιτάξουμε την παραγωγή σε σταθερές τιμές, δηλαδή σε πραγματικούς όρους, αποκαλύπτεται η πραγματικότητα. Η αξία της συνολικής αγροτικής παραγωγής μοιάζει να μειώνεται τα τελευταία χρόνια. Το 2023 σημείωσε πτώση κατά 6,1% και το 2024 ακολούθησε νέα μείωση κατά 1,1%. Οι προσωρινές εκτιμήσεις δείχνουν συνέχιση της κάμψης και το 2025. Επομένως, πίσω από την άνοδο των ονομαστικών μεγεθών, ο Τομέας στην ουσία συρρικνώνεται».

Μικρές και κατακερματισμένες αγροτικές εκμεταλλεύσεις

«Συγκεκριμένα, η Ελλάδα κατέχει την τέταρτη μικρότερη μέση χρησιμοποιούμενη έκταση ανά αγροτική εκμετάλλευση μεταξύ των χωρών της ΕΕ, μετά τη Μάλτα, την Κύπρο και τη Ρουμανία», αναφέρει η έκθεση.

Και συμπληρώνει, εξηγώντας πως «στην Ελλάδα, το 45% των αγροτικών εκμεταλλεύσεων χρησιμοποιεί έκταση μικρότερη από 20 στρέμματα και ακόμα 28% καλύπτει εκτάσεις από 20 έως 50 στρέμματα. Επομένως, περισσότερες από επτά στις δέκα εκμεταλλεύσεις λειτουργούν σε πολύ περιορισμένη κλίμακα, κάτι που δεν βοηθά την ανάπτυξη σύγχρονης παραγωγής για πολλά αγροτικά προϊόντα».

Μεγάλη ηλικία των αγροτών

Η έκθεση αναφέρει πως «ο αριθμός των απασχολούμενων στον Αγροτικό Τομέα έως 39 ετών μειωνόταν σταθερά έως το 2020 και έφτασε λίγο πάνω από τις 80 χιλιάδες. Το μερίδιό τους, ως προς το σύνολο των εργαζόμενων του κλάδου μειώθηκε κατά περίπου 10 μονάδες, από 30% το 2008 σε 20% το 2020. Ταυτόχρονα, το μερίδιο εργαζόμενων ηλικίας άνω των 55 ετών αυξήθηκε από 33% σε 38%. Φαίνεται ότι, σταθερά, ο τομέας «χάνει» νέους και στηρίζεται όλο και περισσότερο σε μεγαλύτερες ηλικίες».

Χαμηλό επίπεδο κατάρτισης

«Πολλοί δείκτες μαρτυρούν ότι οι Έλληνες αγρότες είναι από τους λιγότερο εκπαιδευμένους στην ΕΕ. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2023 μόλις το 0,7% των διαχειριστών αγροτικής γης είχε πλήρη αγροτική κατάρτιση. Ένα ακόμη 4,9% είχε κάποια βασική κατάρτιση στην αγροτική παραγωγή. Αντίθετα, το 94,4% δεν είχε καμία σχετική εκπαίδευση και στηριζόταν μόνο στην πρακτική εμπειρία», αναφέρει η έκθεση του «Διανέοσις».

Υστέρηση σε επενδύσεις

Η έκθεση αναφέρει πως:

– «Μετά το ιστορικό υψηλό του 2008, και παρότι, αντίθετα με το σύνολο της οικονομίας, το ποσό των αποσβέσεων ήταν μεγαλύτερο από τον Ακαθάριστο Σχηματισμό Παγίου Κεφαλαίου μόνο για τέσσερα χρόνια (2011, 2012, 2014 και 2015), οι επενδύσεις κατέγραψαν και εκεί μεγάλη μείωση».

– «Επιπλέον, υπάρχει ένα στοιχείο που αρχικά φαίνεται παράδοξο. Οι επενδύσεις του ελληνικού Αγροτικού Τομέα (επενδυτική δαπάνη ανά χρησιμοποιούμενο στρέμμα) παραμένουν διαχρονικά υψηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο Τομέας επενδύει πιο σωστά ή πιο αποτελεσματικά: ο μεγάλος κατακερματισμός της ελληνικής αγροτικής γης σε πολλές μικρές εκμεταλλεύσεις, όπως φάνηκε και παραπάνω, αυξάνει «τεχνητά» την ανάγκη για εξοπλισμό. Πολλοί μικροί παραγωγοί αγοράζουν ξεχωριστά μηχανήματα για τις μικρές εκτάσεις τους και ξοδεύουν συνολικά περισσότερα, χωρίς αυτό να σημαίνει μεγαλύτερη παραγωγικότητα. Αντίθετα, οι παραγωγοί διαθέτουν συχνά τα χρήματά τους σε φθηνό βασικό εξοπλισμό, πολλές φορές μεταχειρισμένο, αντί για φυτικό ή ζωικό κεφάλαιο, ή για πιο σύγχρονα (και πιο ακριβά) μηχανήματα ή συμπληρωματικό εξοπλισμό που θα βελτίωνε ουσιαστικά την παραγωγή. Επιπρόσθετα, το νέο κεφάλαιο εξυπηρετεί μικρές εκτάσεις και όχι μεγαλύτερες, πιο οργανωμένες μονάδες».

Κόστος παραγωγής

Η έκθεση του «Διανέοσις» επισημαίνει πως «ο πόλεμος στην Ουκρανία και η πληθωριστική κρίση επιδείνωσε μια ήδη προβληματική κατάσταση. Αφενός, πίεσε ακόμη περισσότερο τις τιμές της ενέργειας. Από την άλλη πλευρά, προκάλεσε αναταραχή στο διεθνές εμπόριο λιπασμάτων. Έτσι δημιουργήθηκε ένα νέο κύμα ανατιμήσεων στις πιο βασικές εισροές του Αγροτικού Τομέα. Το αποτέλεσμα ήταν έντονη πίεση στο εισόδημα, δυσκολίες στον προγραμματισμό της παραγωγής και επομένως αβεβαιότητα για το μέλλον. Τέλος, η έκθεση αναφέρεται επίσης στις πιθανές επιπτώσεις του πιο πρόσφατου πολέμου στο Ιράν στο κόστος της αγροτικής παραγωγής».

Κλιματική αλλαγή και ύδατα

Επίσης επισημαίνεται πως «με την πάροδο του χρόνου, στον ελληνικό χώρο αναμένονται λιγότερες βροχοπτώσεις, πιο συχνές ξηρασίες και πολύ περισσότερες ημέρες με ακραία υψηλές θερμοκρασίες. Η γεωργία εξαρτάται άμεσα από το νερό, το έδαφος και το κλίμα και επομένως, όταν το έδαφος χάνει υγρασία και οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν, πολλές καλλιέργειες γίνονται λιγότερο αποδοτικές.

Ορισμένες περιοχές μάλιστα θα δεχτούν ακόμη μεγαλύτερο φορτίο. Η Θεσσαλία και η Κεντρική Μακεδονία αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο καταστροφών από ακραία καιρικά φαινόμενα, και η πρόσφατη εμπειρία του Daniel έδειξε ότι τέτοιου είδους φαινόμενα μπορεί να έχουν πολύ σοβαρές επιπτώσεις. Παράλληλα, η κλιματική αλλαγή δημιουργεί κινδύνους και για προϊόντα με ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική οικονομία, τη διατροφή και τις εξαγωγές, όπως η ελιά και τα σιτηρά. Οι κτηνοτρόφοι αναμένεται επίσης να βρεθούν αντιμέτωποι με δύο σημαντικά προβλήματα: λιγότερο αποδοτικές ζωοτροφές και μεγαλύτερες ανάγκες κατανάλωσης ύδατος. Αυτό το διπλό βάρος μπορεί να μειώσει την αντοχή πολλών μονάδων.

Σε σχέση με τα ύδατα, αναφέρεται πως «η διαχείριση του νερού βρίσκεται στο κέντρο αυτού του προβλήματος. Η γεωργία καταναλώνει το 80% έως 85% του συνολικού νερού στη χώρα. Σε ένα περιβάλλον όπου ήδη πολλές περιοχές αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα επάρκειας, η πιο ορθολογική χρήση των υδάτων και μια πολύ καλύτερη οργάνωση της άρδευσης έχουν μεγάλη σημασία.

Η μελέτη της διαΝΕΟσις για τους περίπου 450 Τοπικούς και Γενικούς Οργανισμούς Εγγείων Βελτιώσεων (ΤΟΕΒ και ΓΟΕΒ, αντίστοιχα), που διαχειρίζονται το μεγαλύτερο μέρος των συλλογικών αρδευτικών έργων και εξυπηρετούν σχεδόν το 45% της αρδευόμενης αγροτικής γης στη χώρα, επομένως και ένα πολύ μεγάλο μέρος της συνολικής κατανάλωσης νερού, αναδεικνύει τις δυσλειτουργίες, τα κενά και τα αδιέξοδα τους».