Για πέμπτη συναπτή χρονιά, οι αξιωματούχοι της Fed, ενώ αναμένουν επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2%, βρίσκονται ξαφνικά αντιμέτωποι με μια νέα πρόκληση που ανατρέπει τα πλάνα και τις προβλέψεις τους. Πρώτα ήταν το σοκ μετά την πανδημία, ύστερα ήταν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και πέρυσι οι δασμοί.
Τα πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι η πρόοδος στο πεδίο του πληθωρισμού είχε «κολλήσει» ακόμα και πριν τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Τώρα, η αναστάτωση ενδέχεται να εκτινάξει τις τιμές ενέργειας και εμπορευμάτων, καθυστερώντας περαιτέρω την επίτευξη του πληθωριστικού στόχου.
Στη σημερινή συνεδρίαση, οι αξιωματούχοι έρχονται αντιμέτωποι με ένα ερώτημα που θεωρείτο απίθανο πριν μερικούς μήνες: Οχι το πότε θα μειώσουν τα επιτόκια, αλλά αν μπορούν να εγγυηθούν στις αγορές ότι θα υπάρξει καν μία μείωση φέτος.
Ο πόλεμος κατά πάσα πιθανότητα θα υποχρεώσει την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ να διατηρήσει σήμερα τα επιτόκια δανεισμού αμετάβλητα. Το πρόβλημα είναι τι θα συμβεί τους επόμενους μήνες. Εξού και οι αγορές θα παρακολουθούν τα κρυφά μηνύματα σε τρία σημεία: πρώτον στη γλώσσα στην ανακοίνωση της Fed, δεύτερον στις τριμηνιαίες προβλέψεις και τρίτον στη συνέντευξη Τύπου μετά τη συνεδρίαση των αξιωματούχων.
Η επίδραση του πολέμου στις αγορές ενέργειας έχει σίγουρα δυσκολέψει σημαντικά το έργο της Fed. Βραχυπρόθεσμα, η αβεβαιότητα είναι τόσο έντονη ώστε θεωρείται σχεδόν βέβαιο πως η Fed δεν θα προχωρήσει σε καμία κίνηση σήμερα, όπως ακριβώς έκανε και την περασμένη άνοιξη μετά τις ανακοινώσεις για τους δασμούς. Ο επικεφαλής της Fed, Jerome Powell, είχε χρησιμοποιήσει τότε τη φράση «wait and see» («θα περιμένουμε και θα δούμε») 11 φορές στη συνέντευξη Τύπου.
Ωστόσο, η δημοσίευση των τριμηνιαίων προβλέψεων υποχρεώνει τους αξιωματούχους να κοιτάξουν πιο μπροστά. Οι τιμές του πετρελαίου ενδέχεται να υποχωρήσουν αν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή περιοριστεί, αλλά και να αυξηθούν περαιτέρω αν ο πόλεμος κλιμακωθεί, απειλώντας ταυτόχρονα με υψηλότερο πληθωρισμό και ασθενέστερη ανάπτυξη.
Οταν τα σενάρια πληθαίνουν, οι κεντρικές τράπεζες τείνουν να αγνοούν το πρώτο σοκ στις τιμές πετρελαίου, θεωρώντας ότι το πλήγμα στην ανάπτυξη και η ενίσχυση του πληθωρισμού αλληλοαναιρούνται. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση προϋποθέτει εμπιστοσύνη ότι ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει ξανά. Μετά από πέντε χρόνια πληθωρισμού πάνω από τον στόχο και μια σειρά από σοκ που υπενθυμίζουν συνεχώς στους καταναλωτές την άνοδο των τιμών, αυτή η εμπιστοσύνη δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
Μέρος του προβλήματος είναι ότι η αμερικανική οικονομία δέχεται ταυτόχρονα πολλαπλά σοκ, των οποίων οι επιπτώσεις δεν μπορούν να απομονωθούν. Πέρα από τους δασμούς και το σοκ στο πετρέλαιο, η αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική που περιορίζει την προσφορά εργασίας έχει οδηγήσει σε ένα φαινόμενο, όπου το ποσοστό ανεργίας αυξάνεται οριακά παρά την αναιμική αύξηση της απασχόλησης.
Αλλαξαν τα στοιχήματα
Οι προβλέψεις για τα επιτόκια αναμένεται να τραβήξουν την περισσότερη προσοχή από τις σημερινές ανακοινώσεις. Τον Δεκέμβριο, 12 από τους 19 αξιωματούχους προέβλεπαν τουλάχιστον μία μείωση επιτοκίων φέτος, μία εκτίμηση που κατά πάσα πιθανότητα θα αλλάξει.
Οι αγορές έχουν ήδη προσαρμόσει τις προσδοκίες τους. Στα τέλη της περασμένης εβδομάδας, οι επενδυτές έδιναν πιθανότητα 47% για τουλάχιστον μία μείωση επιτοκίων φέτος από 74% πριν την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Επίσης, η πιθανότητα αύξησης επιτοκίων έως το τέλος του έτους αυξήθηκε στο 35% από 8% την ίδια περίοδο.
Στο μεταξύ, η κατάσταση περιπλέκεται από την επικείμενη αλλαγή ηγεσίας στη Fed. Η θητεία του Powell λήγει τον Μάιο και έτσι όσα ανακοινωθούν αυτή την εβδομάδα θα αποτελέσουν τη βάση της κατάσταση που θα κληρονομήσει ο διάδοχός του.
Πάντως, ανεξάρτητα από τις προβλέψεις, η βαθύτερη μεταβολή ενδέχεται να αφορά την ικανότητα της Fed να προλαβαίνει τις εξελίξεις. Τα τελευταία δύο χρόνια, οι αξιωματούχοι μείωναν τα επιτόκια όταν η αγορά εργασίας εμφάνιζε σημάδια επιβράδυνσης, έχοντας εμπιστοσύνη στην πορεία του πληθωρισμού και λειτουργώντας προληπτικά. Πλέον, όμως, αυτή η ισορροπία τίθεται υπό αμφισβήτηση.

