Η ερευνητική εταιρεία Bernstein διατηρεί την εκτίμησή της ότι η τιμή του Bitcoin μπορεί να φτάσει τα 150.000 δολάρια έως το τέλος του 2026, χαρακτηρίζοντας τη σημερινή υποχώρηση της αγοράς ως τη λιγότερο απειλητική διόρθωση που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα στην πορεία του ψηφιακού νομίσματος.
Σε ανάλυση που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα, οι αναλυτές της εταιρείας, υπό τον Γκαουτάμ Τσουγκάνι, υποστηρίζουν ότι η πρόσφατη αδυναμία της τιμής οφείλεται κυρίως σε μεταβολές του επενδυτικού κλίματος και όχι σε θεμελιώδη προβλήματα ή δομική αποδυνάμωση της αγοράς.
Η Bernstein επισημαίνει ότι απουσιάζουν τα χαρακτηριστικά που συνήθως συνοδεύουν μεγάλες πτώσεις του Bitcoin, όπως καταρρεύσεις λόγω υπερβολικής μόχλευσης, αποτυχίες ανταλλακτηρίων ή συστημικές αδυναμίες. Παράλληλα, τονίζει ότι η θεσμική στήριξη παραμένει ισχυρή, μέσω των spot διαπραγματεύσιμων αμοιβαίων κεφαλαίων (ETFs), των στρατηγικών διαχείρισης εταιρικών ταμειακών διαθεσίμων και της συμμετοχής μεγάλων διαχειριστών κεφαλαίων.
Αναφερόμενη στις ανησυχίες επενδυτών για το γεγονός ότι το Bitcoin υστέρησε έναντι του χρυσού σε πρόσφατες περιόδους έντονης μεταβλητότητας, η εταιρεία σημειώνει ότι το ψηφιακό νόμισμα λειτουργεί πρωτίστως ως επένδυση ευαίσθητη στη ρευστότητα και όχι ως καθιερωμένο ασφαλές καταφύγιο. Οι σφιχτές χρηματοοικονομικές συνθήκες έχουν κατευθύνει τις αποδόσεις κυρίως στα πολύτιμα μέταλλα και στις μετοχές που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, ωστόσο η Bernstein εκτιμά ότι μια βελτίωση της ρευστότητας θα ωφελήσει το Bitcoin, τόσο μέσω των καναλιών των ETFs όσο και μέσω μηχανισμών εταιρικής χρηματοδότησης.
Οι αναλυτές απορρίπτουν επίσης την άποψη ότι η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης υπονομεύει τη σημασία των κρυπτονομισμάτων. Όπως επισημαίνουν, αυτόνομοι ψηφιακοί «πράκτορες» που δραστηριοποιούνται σε ψηφιακές οικονομίες χρειάζονται προγραμματιζόμενες χρηματοοικονομικές υποδομές, τις οποίες τα δίκτυα blockchain προσφέρουν πιο αποτελεσματικά σε σύγκριση με τα παραδοσιακά τραπεζικά συστήματα, που περιορίζονται από κλειστές διεπαφές και παρωχημένη τεχνολογία.
Όσον αφορά τις απειλές από την κβαντική υπολογιστική, η Bernstein αναγνωρίζει ότι πρόκειται για υπαρκτό μακροπρόθεσμο ζήτημα, σημειώνει όμως ότι το ίδιο πρόβλημα αφορά κάθε κρίσιμη ψηφιακή υποδομή. Η μετάβαση σε πρότυπα ασφάλειας ανθεκτικά στην κβαντική τεχνολογία αναμένεται να πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα σε χρηματοπιστωτικά συστήματα και κυβερνητικά δίκτυα, με το Bitcoin να προσαρμόζεται παράλληλα με άλλες βασικές πλατφόρμες.
Οι αναλυτές εξέτασαν ακόμη τις ανησυχίες για τα εταιρικά ταμεία και το ενδεχόμενο «παράδοσης» των εταιρειών εξόρυξης, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι ηγετικές επιχειρήσεις του κλάδου έχουν δομήσει τις δανειακές τους υποχρεώσεις ώστε να αντέχουν παρατεταμένες περιόδους ύφεσης. Παράλληλα, πολλές εξορυκτικές εταιρείες έχουν διαφοροποιήσει τη δραστηριότητά τους, κατευθύνοντας μέρος της ενεργειακής τους ισχύος σε data centers τεχνητής νοημοσύνης, μειώνοντας την εξάρτηση από την παραγωγή Bitcoin και περιορίζοντας την πίεση για αναγκαστικές πωλήσεις.
Συνολικά, η Bernstein εκτιμά ότι τα μοτίβα θεσμικής υιοθέτησης, οι κανονιστικές εξελίξεις και η ωρίμανση των υποδομών διαφοροποιούν το σημερινό περιβάλλον από προηγούμενες περιόδους έντονης πτωτικής αγοράς. Όπως καταλήγει, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η τρέχουσα διόρθωση απειλεί τη μακροπρόθεσμη πορεία του Bitcoin πέρα από μια πρόσκαιρη διακύμανση των τιμών.

