Η Citigroup βλέπει τις διεθνείς αγορές να κινούνται ξανά κοντά σε ιστορικά υψηλά, παρά το γεγονός ότι η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή παραμένει ενεργή και οι πιθανότητες για μια σταθερή συμφωνία γύρω από τα Στενά του Ορμούζ εμφανίζονται ολοένα και πιο αβέβαιες.
Όπως σημειώνει η αμερικανική τράπεζα, οι παγκόσμιες μετοχές έχουν ήδη ανακτήσει και σε πολλές περιπτώσεις ξεπεράσει τα προπολεμικά επίπεδα, καθώς οι επενδυτές συνεχίζουν να στοιχηματίζουν σε μια τελική αποκλιμάκωση της κρίσης αλλά και στη νέα δυναμική που δημιουργεί το trade της τεχνητής νοημοσύνης.
Η Citi επισημαίνει ότι η επενδυτική ψυχολογία στηρίζεται κυρίως στην προσδοκία πως τελικά θα επιτευχθεί μια διατηρήσιμη κατάπαυση πυρός στην περιοχή, ακόμη και αν οι τελευταίες δηλώσεις του Donald Trump περί εκεχειρίας «σε μηχανική υποστήριξη» ενισχύουν τη νευρικότητα των αγορών.
Παρά τη μέχρι στιγμής ανθεκτικότητα των μετοχών, η Citigroup προειδοποιεί ότι οι κίνδυνοι παραμένουν εξαιρετικά υψηλοί στο μέτωπο της ενέργειας.
Σύμφωνα με το ακραίο σενάριο της τράπεζας, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να εκτιναχθούν ακόμη και στα 150 δολάρια ανά βαρέλι, εάν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά μέσα στον Ιούνιο.
Αν και η Citi ξεκαθαρίζει ότι αυτό δεν αποτελεί το βασικό της σενάριο, εξακολουθεί να προβλέπει πως το Brent μπορεί να κινηθεί κοντά στα 120 δολάρια το βαρέλι μέσα στους επόμενους 0-3 μήνες, όσο η γεωπολιτική αβεβαιότητα παραμένει υψηλή.
Η αμερικανική τράπεζα θεωρεί ότι το επόμενο διάστημα οι αγορές θα καθοριστούν από τρεις βασικούς παράγοντες: τη γεωπολιτική ένταση, τη σταδιακή διάβρωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος τύπου “Goldilocks” και τη συνεχιζόμενη επενδυτική έκρηξη γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη.
Σύμφωνα με τη Citi, το μοντέλο «ήπιου πληθωρισμού και ικανοποιητικής ανάπτυξης» που χαρακτήριζε τις αγορές πριν τον πόλεμο αρχίζει να δίνει τη θέση του σε ένα πιο δύσκολο περιβάλλον, όπου ο πληθωρισμός αυξάνεται εκ νέου ενώ η ανάπτυξη επιβραδύνεται.
Παρά τις ανησυχίες αυτές, η τράπεζα εξακολουθεί να διατηρεί θετική στάση για τις αμερικανικές και βρετανικές μετοχές.
Η Citi διατηρεί σύσταση “overweight” για τις αγορές των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου, θεωρώντας ότι οι δύο αυτές αγορές παραμένουν οι βασικοί ωφελημένοι από τη δυναμική της τεχνητής νοημοσύνης και τη σχετική ανθεκτικότητα των εταιρικών κερδών.
Για την Ευρώπη εκτός Βρετανίας και τις Αναδυόμενες Αγορές διατηρεί ουδέτερη στάση, ενώ εμφανίζεται πιο επιφυλακτική απέναντι στην Ιαπωνία και την Αυστραλία, για τις οποίες συστήνει “underweight”.
Σε επίπεδο στόχων δεικτών, η Citigroup προβλέπει ότι ο παγκόσμιος δείκτης MSCI ACWI μπορεί να φθάσει τις 1.380 μονάδες έως το τέλος του 2026, δηλαδή περίπου 5% υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα.
Για τον αμερικανικό S&P 500 η Citi δίνει τιμή-στόχο τις 7.700 μονάδες, επίσης περίπου 5% υψηλότερα από τα τρέχοντα επίπεδα.
Στην Ευρώπη, η τράπεζα προβλέπει ότι ο STOXX Europe 600 θα κινηθεί προς τις 640 μονάδες, ενώ για τον βρετανικό FTSE 100 εκτιμά επίπεδα κοντά στις 10.700 μονάδες.
Για την Ιαπωνία, η Citi εμφανίζεται πιο αισιόδοξη σε όρους αποδόσεων, βλέποντας τον TOPIX στις 4.200 μονάδες, επίπεδο που συνεπάγεται άνοδο περίπου 13%.
Τέλος, για τον δείκτη αναδυόμενων αγορών MSCI Emerging Markets Index προβλέπει επίπεδα κοντά στις 1.870 μονάδες, δηλαδή περιθώριο ανόδου περίπου 10% από τα σημερινά επίπεδα.
Η Citi θεωρεί ότι οι αγορές συνεχίζουν να ποντάρουν σε ένα σενάριο αποκλιμάκωσης της γεωπολιτικής κρίσης, ωστόσο προειδοποιεί ότι ένα νέο ενεργειακό σοκ ή μια παρατεταμένη διαταραχή στις ροές πετρελαίου θα μπορούσαν να αλλάξουν γρήγορα το επενδυτικό κλίμα παγκοσμίως.
