Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να κρίνει παράνομη τη χρήση του νόμου περί έκτακτης ανάγκης (IEEPA) για την επιβολή εκτεταμένων παγκόσμιων δασμών δεν έκλεισε το κεφάλαιο της εμπορικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ. Αντίθετα, άνοιξε ένα νέο, πιο σύνθετο και αβέβαιο τοπίο για τις αγορές, τις επιχειρήσεις και τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ.
Τι ακύρωσε το Ανώτατο Δικαστήριο
Με ψήφους 6-3, το δικαστήριο έκρινε ότι ο πρόεδρος δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον νόμο του 1977 (IEEPA) για να επιβάλει δασμούς σε εισαγωγές από σχεδόν κάθε χώρα του κόσμου. Το σκεπτικό ήταν σαφές: η επιβολή νέων φόρων αποτελεί αρμοδιότητα του Κογκρέσου και όχι του προέδρου, ενώ ο συγκεκριμένος νόμος δεν προορίζεται για άντληση εσόδων.
Οι δασμοί που είχαν επιβληθεί βάσει αυτού του νόμου — αρχικά σε Κίνα, Μεξικό και Καναδά με επίκληση της διακίνησης φαιντανύλης και στη συνέχεια παγκοσμίως με αιτιολογία το εμπορικό έλλειμμα — κρίθηκαν εκτός νομικού πλαισίου.
Ωστόσο, η απόφαση δεν αγγίζει άλλους δασμούς που είχαν επιβληθεί με διαφορετικές νομικές βάσεις, όπως το Άρθρο 232 του νόμου του 1962 για λόγους εθνικής ασφάλειας (σε χάλυβα, αλουμίνιο, αυτοκίνητα κ.ά.).
Η άμεση αντεπίθεση: Νέος παγκόσμιος δασμός έως 15%
Λίγες ώρες μετά την απόφαση, ο Τραμπ υπέγραψε νέα προεδρική διακήρυξη, αξιοποιώντας το Άρθρο 122 του Trade Act του 1974 — έναν νόμο που δεν είχε χρησιμοποιηθεί έως τώρα.
Με βάση αυτό, επιβάλλεται προσωρινός παγκόσμιος δασμός 10% σε σχεδόν όλες τις εισαγωγές, με τον ίδιο να ανακοινώνει στη συνέχεια ότι ο συντελεστής θα αυξηθεί στο 15%.
Το Άρθρο 122 επιτρέπει την επιβολή δασμών έως 15% για 150 ημέρες, διάστημα μετά το οποίο απαιτείται εμπλοκή του Κογκρέσου. Ωστόσο, σύμφωνα με το Cato Institute, δεν αποκλείεται ο πρόεδρος να αφήσει τους δασμούς να λήξουν και να τους επαναφέρει μέσω νέας επίκλησης έκτακτης ανάγκης, δημιουργώντας έναν κύκλο επαναλαμβανόμενων επιβαρύνσεων.
Ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι η κίνηση αποσκοπεί στην αντιμετώπιση «θεμελιωδών προβλημάτων διεθνών πληρωμών» και στην αναδιάρθρωση του αμερικανικού εμπορικού ισοζυγίου.
Τι ισχύει από εδώ και πέρα
Οι νέοι δασμοί καλύπτουν σχεδόν όλες τις εισαγωγές, ανεξαρτήτως προέλευσης, ακόμη και από χώρες που έχουν συνάψει εμπορικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ινδία και η Ευρωπαϊκή Ένωση, μεταδίδει το BBC
Παραμένουν ωστόσο εξαιρέσεις για συγκεκριμένες κατηγορίες, όπως κρίσιμα ορυκτά, μέταλλα, ενεργειακά προϊόντα, αγροτικά αγαθά, φαρμακευτικά είδη, ηλεκτρονικά, οχήματα και αεροδιαστημικά προϊόντα. Εξαιρούνται επίσης πληροφοριακό υλικό, δωρεές και συνοδευόμενες αποσκευές.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι προϊόντα που καλύπτονται από τη συμφωνία USMCA (ΗΠΑ-Μεξικό-Καναδάς) παραμένουν εκτός των νέων δασμών, όπως και υφαντουργικά προϊόντα από χώρες της Κεντρικής Αμερικής στο πλαίσιο της αντίστοιχης συμφωνίας.
Το ανοιχτό μέτωπο των 130 δισ. δολαρίων
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν έδωσε οδηγίες για το τι θα γίνει με τα περίπου 130 δισ. δολάρια που έχουν ήδη εισπραχθεί από τους δασμούς του IEEPA.
Το θέμα αναμένεται να εξεταστεί από το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου. Ο Τραμπ και ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχουν προειδοποιήσει ότι ενδεχόμενες επιστροφές θα μπορούσαν να «παγώσουν» σε πολυετείς δικαστικές διαμάχες.
Περισσότερες από 1.000 επιχειρήσεις είχαν ήδη ζητήσει επιστροφές πριν από την απόφαση, ενώ πολιτικοί αντίπαλοι του προέδρου ζητούν ακόμη και επιταγές επιστροφής χρημάτων προς τα αμερικανικά νοικοκυριά.
Ένα ρευστό και αβέβαιο τοπίο
Παρά το νομικό «φρένο», η κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να διατηρήσει τα επίπεδα εσόδων από δασμούς μέσω συνδυασμού διαφορετικών νομικών εργαλείων (Άρθρα 122, 232 και 301).
Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον όπου η εμπορική πολιτική των ΗΠΑ παραμένει επιθετική, αλλά πλέον κινείται σε πιο σύνθετο νομικό έδαφος. Οι αγορές καλούνται να προσαρμοστούν σε έναν μηχανισμό δασμών που μπορεί να αλλάζει νομική βάση, συντελεστές και εξαιρέσεις μέσα σε λίγες ημέρες.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό δεν είναι μόνο πώς θα λειτουργήσουν οι νέοι παγκόσμιοι δασμοί, αλλά πόσο θα διαρκέσει η σύγκρουση μεταξύ εκτελεστικής εξουσίας, Κογκρέσου και δικαστηρίων — και ποιο θα είναι το πραγματικό κόστος για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές.

