Τράπεζα της Ελλάδος: Τι βλέπει για πληθωρισμό, ακρίβεια και επιτόκια έως το 2028

Τράπεζα της Ελλάδος: Τι βλέπει για πληθωρισμό, ακρίβεια και επιτόκια έως το 2028

Νέο κύμα ανατιμήσεων πλήττει την ελληνική οικονομία, με τον πληθωρισμό να εκτινάσσεται στο 5,1% τον Σεπτέμβριο, από 3,7% τον Αύγουστο, καθώς η ενεργειακή κρίση και οι αυξήσεις στις υπηρεσίες εντείνουν τις πιέσεις στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος, στη νέα έκθεση «Inflation Monitor» της 12ης Οκτωβρίου 2026, καταγράφει ετήσια αύξηση 55,2% στο φυσικό αέριο, 53,2% στα υγρά καύσιμα θέρμανσης και 15% στο ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ οι αγορές προεξοφλούν περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έως το τέλος του 2027.

σχετικά άρθρα

Η επιτάχυνση του πληθωρισμού στην Ελλάδα είναι σημαντικά εντονότερη από εκείνη της Ευρωζώνης, όπου ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε στο 3,8% τον Σεπτέμβριο, από 3,2% τον Αύγουστο, σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat. Η διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Ευρωζώνης διευρύνθηκε στις 1,3 ποσοστιαίες μονάδες, αποτυπώνοντας την ένταση των εγχώριων πληθωριστικών πιέσεων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώνει η Τράπεζα της Ελλάδος, ο μέσος πληθωρισμός στην Ελλάδα κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2026 διαμορφώθηκε στο 3,8%, ωστόσο η απότομη επιτάχυνση του Σεπτεμβρίου καταδεικνύει ότι η αποκλιμάκωση των τιμών παραμένει εύθραυστη.

Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν η ενέργεια και οι υπηρεσίες, ενώ οι αυξήσεις στο κόστος μεταφορών και τουριστικών υπηρεσιών επιβαρύνουν περαιτέρω τον γενικό δείκτη.

Ενέργεια: Ανατιμήσεις έως 55,2% και νέες πιέσεις στα νοικοκυριά

Η ενέργεια αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες της νέας πληθωριστικής έξαρσης, με τον σχετικό εναρμονισμένο δείκτη να καταγράφει ετήσια αύξηση 25,4% τον Σεπτέμβριο, έναντι 15,4% τον Αύγουστο.

Οι μεγαλύτερες αυξήσεις εντοπίζονται στο φυσικό αέριο μέσω δικτύων, όπου οι τιμές ενισχύθηκαν κατά 55,2%, έναντι 40,2% τον προηγούμενο μήνα. Στα υγρά καύσιμα καταγράφεται άνοδος 53,2%, ενώ το ηλεκτρικό ρεύμα εμφανίζει αύξηση 15%, μετά τη μείωση 1,2% του Αυγούστου.

Ανοδικά κινήθηκαν και τα καύσιμα για τα προσωπικά μέσα μεταφοράς, με ετήσια αύξηση 23,9%, από 16,7% τον Αύγουστο, ενώ τα στερεά καύσιμα ανατιμήθηκαν κατά 7%.

Η εικόνα αυτή ενισχύει τις ανησυχίες για τη διάρκεια των πληθωριστικών πιέσεων, ιδιαίτερα ενόψει της χειμερινής περιόδου, καθώς οι υψηλότερες ενεργειακές δαπάνες επηρεάζουν τόσο τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς όσο και το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων.

Στις διεθνείς αγορές, η έκθεση καταγράφει ότι το πετρέλαιο κινήθηκε κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου και στις αρχές Οκτωβρίου, εξαιτίας των ανανεωμένων κινδύνων για την προσφορά και τις θαλάσσιες μεταφορές στη Μέση Ανατολή.

Παράλληλα, οι τιμές του φυσικού αερίου παρέμειναν στα υψηλότερα επίπεδα από τα τέλη του 2022, αντανακλώντας την περιορισμένη προσφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου, τα χαμηλά ευρωπαϊκά αποθέματα και την αβεβαιότητα για τις ενεργειακές ροές από τη Μέση Ανατολή.

Υπηρεσίες και τουρισμός τροφοδοτούν τον πληθωρισμό

Πέρα από την ενέργεια, ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η επιμονή των αυξήσεων στις υπηρεσίες, οι οποίες αποτελούν σημαντική πηγή πληθωριστικών πιέσεων στην ελληνική οικονομία.

Ο πληθωρισμός των υπηρεσιών επιταχύνθηκε στο 6,4% τον Σεπτέμβριο, από 4,5% τον Αύγουστο, με την Τράπεζα της Ελλάδος να αποδίδει την εξέλιξη κυρίως στις μεγάλες αυξήσεις των τιμών των ξενοδοχειακών καταλυμάτων και των αεροπορικών εισιτηρίων.

Η ισχυρή τουριστική ζήτηση, σε συνδυασμό με το υψηλό ενεργειακό κόστος, διατηρεί τις τιμές των υπηρεσιών σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

Αντίστοιχα, ο δομικός πληθωρισμός, που εξαιρεί την ενέργεια και τα τρόφιμα, τα αλκοολούχα ποτά και τον καπνό, αυξήθηκε στο 4,6%, από 3,5% τον Αύγουστο. Πρόκειται για εξέλιξη που υποδηλώνει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν περιορίζονται αποκλειστικά στα ενεργειακά προϊόντα.

Στον αντίποδα, οι τιμές των μη επεξεργασμένων τροφίμων αυξήθηκαν κατά 0,9%, ενώ τα επεξεργασμένα τρόφιμα, συμπεριλαμβανομένων αλκοόλ και καπνού, κατέγραψαν μείωση 0,7%. Οι τιμές των μη ενεργειακών βιομηχανικών αγαθών παρέμειναν αμετάβλητες σε ετήσια βάση.

Η διαφοροποίηση αυτή αναδεικνύει ότι η νέα επιτάχυνση του πληθωρισμού προέρχεται κυρίως από την ενέργεια και τις υπηρεσίες, και όχι από μια ομοιόμορφη αύξηση των τιμών σε όλες τις κατηγορίες αγαθών.

Οι επιχειρήσεις προεξοφλούν νέες ανατιμήσεις – Στο 6,2% οι προσδοκίες των καταναλωτών

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα των προσδοκιών για την πορεία των τιμών στην Ελλάδα, καθώς τόσο οι επιχειρήσεις όσο και οι καταναλωτές εκτιμούν ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει υψηλός.

Σύμφωνα με την έρευνα καταναλωτικών προσδοκιών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, την οποία παραθέτει η Τράπεζα της Ελλάδος, οι Έλληνες καταναλωτές ανέβασαν τον Αύγουστο την εκτίμησή τους για τον πληθωρισμό των επόμενων 12 μηνών στο 6,2%, από 5,6% τον Ιούλιο. Την ίδια περίοδο, η αντίστοιχη εκτίμηση στην Ευρωζώνη παρέμεινε κοντά στο 3%.

Η απόκλιση γίνεται ακόμη πιο χαρακτηριστική στις μεσοπρόθεσμες προσδοκίες. Για την επόμενη τριετία, οι Έλληνες καταναλωτές προβλέπουν πληθωρισμό 5,1%, έναντι 2,9% στην Ευρωζώνη, ενώ σε ορίζοντα πενταετίας οι εκτιμήσεις διαμορφώνονται σε 5% και 2,5%, αντίστοιχα.

Ανάλογη είναι η εικόνα στις επιχειρήσεις. Οι εκτιμήσεις των ελληνικών επιχειρήσεων για τον πληθωρισμό σε ορίζοντα ενός έτους αυξήθηκαν στο 3,9% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, από 3,3% το προηγούμενο τρίμηνο, έναντι 3% στην Ευρωζώνη. Για την επόμενη τριετία οι ελληνικές επιχειρήσεις προβλέπουν πληθωρισμό 3,3%, ενώ σε ορίζοντα πενταετίας η εκτίμησή τους διαμορφώνεται στο 3,1%.

Η επιμονή των υψηλών προσδοκιών αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την πορεία της ακρίβειας, καθώς μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις τιμολόγησης των επιχειρήσεων και τις μισθολογικές απαιτήσεις.

Αυξήσεις κόστους στη βιομηχανία και μετακύλιση στις τιμές

Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στην τελική κατανάλωση. Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι τον Σεπτέμβριο αυξήθηκε ο πληθωρισμός των τιμών εισροών στην ελληνική μεταποίηση, κυρίως λόγω των ακριβότερων πετρελαϊκών προϊόντων και της ενέργειας.

Παράλληλα, οι τιμές πώλησης των μεταποιητικών επιχειρήσεων κινήθηκαν ανοδικά, αντανακλώντας τις προσπάθειές τους να μετακυλίσουν μέρος του αυξημένου κόστους στους πελάτες.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί πρόσθετο κίνδυνο διατήρησης των πληθωριστικών πιέσεων, καθώς οι ανατιμήσεις στην παραγωγή μπορούν σταδιακά να περάσουν στις τελικές τιμές αγαθών και υπηρεσιών.

Πάντως, σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, οι προσδοκίες των επιχειρήσεων για τις τιμές πώλησης κατά το επόμενο τρίμηνο υποχώρησαν τον Σεπτέμβριο στους περισσότερους κλάδους, με εξαίρεση το λιανικό εμπόριο.

Επιτόκια: Τρεις νέες αυξήσεις προεξοφλούν οι αγορές από την ΕΚΤ

Η αναζωπύρωση του πληθωρισμού έχει μεταβάλει σημαντικά τις προσδοκίες για τη νομισματική πολιτική.

Μετά τις δύο αυξήσεις επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης που πραγματοποίησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο, οι αγορές θεωρούν ιδιαίτερα πιθανή μία ακόμη αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης τον Δεκέμβριο του 2026.

Παράλληλα, οι χρηματοπιστωτικές αγορές προεξοφλούν δύο επιπλέον αυξήσεις επιτοκίων έως το τέλος του 2027, σύμφωνα με την αποτύπωση των προσδοκιών που περιλαμβάνεται στην έκθεση.

Σε σχέση με έναν μήνα νωρίτερα, η αγορά εξακολουθεί να αναμένει συνολικά τρεις αυξήσεις από τα τρέχοντα επίπεδα, αλλά το χρονοδιάγραμμα των δύο κινήσεων του 2027 έχει μετατεθεί αργότερα.

Ανάλογη εικόνα καταγράφεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι αγορές προεξοφλούν με σχεδόν βεβαιότητα αύξηση επιτοκίων της Fed κατά 25 μονάδες βάσης τον Δεκέμβριο του 2026, καθώς και δύο ακόμη αυξήσεις έως τα μέσα του 2027.

Πρόκειται για τις προσδοκίες των αγορών και όχι για προαναγγελθείσες αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών. Ωστόσο, η προοπτική διατήρησης υψηλότερων επιτοκίων επηρεάζει το κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, σε μια περίοδο ήδη αυξημένων ενεργειακών επιβαρύνσεων.

Οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό έως το 2028

Παρά τη σημαντική επιτάχυνση των τιμών, οι μακροοικονομικές προβολές του Ευρωσυστήματος που παραθέτει η έκθεση προβλέπουν σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού τα επόμενα χρόνια.

Για την Ελλάδα, ο εναρμονισμένος πληθωρισμός προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 3,5% το 2026, από 2,9% το 2025, και στη συνέχεια να υποχωρήσει στο 2,7% το 2027 και στο 2,2% το 2028.

Ο ενεργειακός πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα φθάσει στο 11% το 2026, προτού περιοριστεί στο 2,2% το 2027 και στο 2,3% το 2028.

Αντίστοιχα, ο δομικός πληθωρισμός, με βάση τον δείκτη που εξαιρεί ενέργεια και τρόφιμα, προβλέπεται στο 3% το 2026, στο 2,6% το 2027 και στο 2,2% το 2028.

Για την Ευρωζώνη, οι προβολές τοποθετούν τον πληθωρισμό στο 3% το 2026, στο 2,5% το 2027 και στο 2,1% το 2028.

Η έκθεση σημειώνει ότι ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης αναμένεται να κορυφωθεί στο 3,6% το τέταρτο τρίμηνο του 2026, με την ενεργειακή συνιστώσα να προσεγγίζει το 15%. Η αποκλιμάκωση το 2027 βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην υπόθεση ότι θα μετριαστούν οι τιμές της ενέργειας και θα εξασθενήσουν οι επιδράσεις της ενεργειακής κρίσης.

Οι συγκεκριμένες προβολές καταρτίστηκαν τον Σεπτέμβριο, με τεχνικές παραδοχές για τις ενεργειακές τιμές που είχαν ημερομηνία αναφοράς την 20ή Αυγούστου 2026. Επομένως, δεν αποτελούν νέα πρόβλεψη που ενσωματώνει πλήρως όλες τις εξελίξεις του Οκτωβρίου.

Η ακρίβεια παραμένει η μεγάλη πρόκληση για την ελληνική οικονομία

Η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος αναδεικνύει μια σύνθετη εικόνα για την ελληνική οικονομία. Από τη μία πλευρά, η ανεργία υποχώρησε στο 7,4% τον Αύγουστο, κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα, έναντι 6,4% στην Ευρωζώνη, ενώ η αύξηση των αμοιβών ανά εργαζόμενο παραμένει σχετικά συγκρατημένη σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Από την άλλη, οι ενεργειακές ανατιμήσεις, η επιμονή του πληθωρισμού των υπηρεσιών και οι αυξημένες προσδοκίες των καταναλωτών δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η αποκλιμάκωση της ακρίβειας δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.

Το βασικό ζήτημα δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην άνοδο των διεθνών τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αλλά επεκτείνεται στον τρόπο με τον οποίο το αυξημένο κόστος ενσωματώνεται στις τιμές των υπηρεσιών και στην παραγωγή.

Με τον πληθωρισμό στο 5,1%, την ενέργεια να καταγράφει αυξήσεις άνω του 25% και τις αγορές να αναμένουν νέες αυξήσεις επιτοκίων, η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με παρατεταμένες πιέσεις στο κόστος ζωής και χρηματοδότησης. Η σταδιακή αποκλιμάκωση που προβλέπεται για το 2027 και το 2028 εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την πορεία των ενεργειακών τιμών και τη συγκράτηση των δευτερογενών πληθωριστικών επιδράσεων.