Η S&P Global Ratings προχώρησε σε αναθεώρηση των προοπτικών των ελληνικών τραπεζών από σταθερές σε θετικές, διατηρώντας ωστόσο αμετάβλητες τις υφιστάμενες πιστοληπτικές τους αξιολογήσεις. Η απόφαση του διεθνούς οίκου αποδίδεται στη σαφή βελτίωση του οικονομικού περιβάλλοντος στην Ελλάδα, στη σταδιακή αποκλιμάκωση των πιστωτικών κινδύνων και στην ανθεκτικότητα της κερδοφορίας του τραπεζικού συστήματος, παρά τις προκλήσεις του διεθνούς περιβάλλοντος.
Σύμφωνα με την S&P, ο συνδυασμός ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης, ενίσχυσης του ιδιωτικού τομέα και συνεχούς μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων αναμένεται να περιορίσει περαιτέρω τους κινδύνους για τις ελληνικές τράπεζες μέσα στους επόμενους 12 έως 18 μήνες. Οι εξελίξεις αυτές στηρίζουν τόσο τη δημιουργία σταθερών εσόδων όσο και τη βελτίωση του προφίλ ρίσκου των δανειακών χαρτοφυλακίων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς, για τις οποίες ο οίκος αναθεώρησε τις προοπτικές σε θετικές. Για τη Eurobank και την Εθνική Τράπεζα επιβεβαιώθηκαν οι μακροπρόθεσμες αξιολογήσεις στο BBB- και οι βραχυπρόθεσμες στο A-3, ενώ για την Πειραιώς διατηρήθηκαν στο BB+ σε μακροπρόθεσμο και στο B σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο. Παράλληλα, παρέμειναν αμετάβλητες και οι αξιολογήσεις αντισυμβαλλομένου εξυγίανσης (RCRs), καθώς και οι αξιολογήσεις των ομολογιακών εκδόσεων ανώτερης και μειωμένης εξασφάλισης.
Παρότι η S&P αναγνωρίζει ότι οι κίνδυνοι στο εγχώριο πιστωτικό περιβάλλον παραμένουν υψηλότεροι σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, επισημαίνει ότι βελτιώνονται με σταθερό ρυθμό. Ο εταιρικός τομέας έχει επανέλθει σε επενδυτική τροχιά, με αυξημένο δανεισμό, ωστόσο η εταιρική μόχλευση έχει μειωθεί σημαντικά. Το χρέος των επιχειρήσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ υποχώρησε στο 95% στο τέλος του 2025, από κορύφωση 136% το 2012, φθάνοντας πλέον σε επίπεδα αντίστοιχα με της Ιταλίας και της Ισπανίας και χαμηλότερα από εκείνα χωρών όπως η Πορτογαλία, η Κύπρος και η Μάλτα.
Ο οίκος εκτιμά ότι η μόχλευση θα αυξηθεί εκ νέου τα επόμενα χρόνια, εξέλιξη που αποδίδεται στη δυναμική επενδυτική δραστηριότητα μέσω των πόρων του NextGenerationEU, στο βελτιωμένο μακροοικονομικό περιβάλλον και στους πιο υγιείς ισολογισμούς των επιχειρήσεων, παράγοντες που περιορίζουν τον πιστωτικό κίνδυνο.
Καθοριστικό ρόλο στη θετική αξιολόγηση διαδραματίζει η θεαματική βελτίωση της ποιότητας ενεργητικού των τραπεζών. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων υποχώρησε στο 3,3% τον Σεπτέμβριο του 2025, από 51% στο τέλος του 2016, εξέλιξη που η S&P χαρακτηρίζει εντυπωσιακή. Ταυτόχρονα, οι νέες χορηγήσεις από το 2018 και μετά παρουσιάζουν ικανοποιητική συμπεριφορά αποπληρωμών, με περιορισμένες εισροές νέων προβληματικών δανείων.
Το κόστος κινδύνου εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στις 50 έως 60 μονάδες βάσης έως το 2027, στοιχείο που αντανακλά πιο συντηρητική πιστωτική πολιτική, βελτιωμένα κριτήρια χορηγήσεων και αυξημένη ωριμότητα στη διαχείριση κινδύνων.
Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η S&P προβλέπει ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,2% την περίοδο 2026-2027, με βασικούς μοχλούς τις επενδύσεις και την ιδιωτική κατανάλωση. Μεσοπρόθεσμα, η ανάπτυξη αναμένεται να επιβραδυνθεί, καθώς σταδιακά θα περιορίζεται η επίδραση των χρηματοδοτήσεων από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Η ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας έχει συμβάλει και στη σημαντική άνοδο της αγοράς ακινήτων, με τις τιμές κατοικιών να αυξάνονται κατά 8% σε ετήσια βάση τον Σεπτέμβριο του 2025 και περίπου 9% το 2024. Παρά την έντονη άνοδο, ο οίκος εκτιμά ότι οι ανισορροπίες παραμένουν διαχειρίσιμες, καθώς οι τιμές μόλις έχουν υπερβεί τα προ κρίσης επίπεδα του 2008, αν και σημειώνεται επιδείνωση των δεικτών προσιτότητας, η οποία παρακολουθείται στενά.
Συνολικά, η S&P καταλήγει ότι η βελτίωση των οικονομικών συνθηκών στην Ελλάδα δημιουργεί ουσιαστικό περιθώριο περαιτέρω ενίσχυσης του τραπεζικού συστήματος. Η αναθεώρηση των προοπτικών σε θετικές, χωρίς μεταβολή στις αξιολογήσεις, αποτυπώνει την αυξημένη εμπιστοσύνη στις μεσοπρόθεσμες προοπτικές των ελληνικών τραπεζών και στέλνει σαφές μήνυμα ότι η κατεύθυνση του κλάδου παραμένει ανοδική.

