Νέες προκλήσεις για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα δημιουργεί η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με τα στεγαστικά δάνεια που έχουν αναδιαρθρωθεί βάσει του Νόμου Κατσέλη, με τη Moody’s να προειδοποιεί για αρνητικές πιστωτικές επιπτώσεις, αυξημένο ηθικό κίνδυνο και πιθανή επιβάρυνση της κουλτούρας πληρωμών στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με τον διεθνή οίκο αξιολόγησης, η απόφαση ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τις ταμειακές ροές των τραπεζών, να αυξήσει την πιθανότητα ενεργοποίησης κρατικών εγγυήσεων και να οδηγήσει τα πιστωτικά ιδρύματα σε πιο συντηρητική πολιτική χορηγήσεων, με υψηλότερο κόστος στεγαστικής πίστης για τα νοικοκυριά.
Υπενθυμίζεται ότι στις 5 Φεβρουαρίου, ο Άρειος Πάγος διευκρίνισε πως οι τόκοι στα δάνεια που έχουν ενταχθεί στον Νόμο Κατσέλη πρέπει να υπολογίζονται μόνο επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνολικού ανεξόφλητου υπολοίπου. Η ερμηνεία αυτή μειώνει σημαντικά το επιτοκιακό βάρος για τους επιλέξιμους δανειολήπτες και οδηγεί σε αισθητά χαμηλότερες μηνιαίες υποχρεώσεις.
Η Moody’s επισημαίνει ότι ο τελικός αντίκτυπος θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν η απόφαση θα εφαρμοστεί αναδρομικά. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η πραγματική χρέωση τόκων θα περιοριστεί δραστικά, μειώνοντας την ετήσια εξυπηρέτηση χρέους των νοικοκυριών. Αν και αυτό θα λειτουργούσε υποστηρικτικά για τους ευάλωτους δανειολήπτες, θα περιόριζε σημαντικά τις αναμενόμενες εισροές για τις τράπεζες, τα επενδυτικά κεφάλαια και τους διαχειριστές μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Όπως τονίζουν οι αναλυτές του οίκου, ένας αναδρομικός επανυπολογισμός των τόκων από την ημερομηνία ένταξης των δανείων στο πλαίσιο Κατσέλη θα επιδείνωνε τον οικονομικό αντίκτυπο. Περίπου 250.000 δανειολήπτες έχουν ενταχθεί ιστορικά στον νόμο, με συνολικά ανοίγματα που εκτιμώνται στα 12,5 δισ. ευρώ. Αν και μόνο μέρος αυτών των περιπτώσεων αφορά σήμερα ενεργά δάνεια, οι απώλειες τόκων θα μπορούσαν, σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, να φτάσουν έως και το 1 δισ. ευρώ, επηρεάζοντας κυρίως τα funds και τις εταιρείες διαχείρισης NPE.
Η Moody’s εκτιμά ότι η απόφαση ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά και τα προγράμματα τιτλοποίησης «Ηρακλής». Οι χαμηλότερες ταμειακές ροές από τα αναδιαρθρωμένα στεγαστικά δάνεια θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν την απόδοση ορισμένων συναλλαγών και να αυξήσουν την πιθανότητα ενεργοποίησης των κρατικών εγγυήσεων για τους senior τίτλους που διακρατούν οι τράπεζες. Παρότι υπάρχουν σημαντικά αποθέματα πιστωτικής ενίσχυσης, ο οίκος επισημαίνει ότι οι κίνδυνοι για ορισμένες δομές αυξάνονται.
Παράλληλα, η απόφαση ουσιαστικά καθιστά πολλά δάνεια του Νόμου Κατσέλη σχεδόν άτοκα, γεγονός που, σύμφωνα με τη Moody’s, ενδέχεται να υπονομεύσει τη βελτίωση της κουλτούρας πληρωμών που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια. Δανειολήπτες που έχουν ρυθμίσει τα δάνειά τους μέσω άλλων μηχανισμών μπορεί να επιδιώξουν παρόμοια μεταχείριση, αμφισβητώντας υφιστάμενες συμφωνίες και αυξάνοντας τα νομικά κόστη για τις τράπεζες.
Ο οίκος προειδοποιεί ότι μια ευρύτερη μετατόπιση στις προσδοκίες των δανειοληπτών θα μπορούσε να διαβρώσει την πειθαρχία αποπληρωμής και να επιβαρύνει την ποιότητα του ενεργητικού, δημιουργώντας συστημικούς κινδύνους συμπεριφοράς.
Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται και ο κίνδυνος ηθικού κινδύνου για το μέλλον. Η απόφαση αυξάνει την πιθανότητα μελλοντικοί δανειολήπτες να αναζητήσουν αντίστοιχη προστασία σε περιόδους οικονομικής πίεσης. Αυτό, σύμφωνα με τη Moody’s, αναμένεται να ωθήσει τις τράπεζες σε αυστηρότερα κριτήρια αξιολόγησης και υψηλότερη τιμολόγηση των στεγαστικών δανείων.
Ως αποτέλεσμα, η πρόσβαση στη στεγαστική πίστη ενδέχεται να περιοριστεί περαιτέρω, ιδιαίτερα για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, ενισχύοντας την τμηματοποίηση των δανειοληπτών και περιορίζοντας τις προοπτικές ανάπτυξης του χαρτοφυλακίου στεγαστικών δανείων.
Οι εκτιμήσεις της Moody’s αφορούν κυρίως τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, Eurobank, Τράπεζα Πειραιώς, Εθνική Τράπεζα και Alpha Bank, οι οποίες διαθέτουν τη μεγαλύτερη έκθεση σε τιτλοποιήσεις και ρυθμισμένα στεγαστικά δάνεια.
Πέρα από τις άμεσες χρηματοοικονομικές επιπτώσεις, ο οίκος επισημαίνει ότι η απόφαση εισάγει αυξημένη νομική αβεβαιότητα και δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους για τη δομή μελλοντικών τιτλοποιήσεων και προϊόντων στεγαστικής πίστης. Αν και οι τράπεζες διαθέτουν σήμερα ενισχυμένη κεφαλαιακή βάση και αυξημένη κερδοφορία, γεγονός που καθιστά διαχειρίσιμο τον βραχυπρόθεσμο αντίκτυπο, οι μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις στην κουλτούρα πληρωμών και στο νομικό περιβάλλον παραμένουν σημαντικές.
Συνολικά, η Moody’s εκτιμά ότι η απόφαση του Αρείου Πάγου συνιστά έναν νέο παράγοντα αβεβαιότητας για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, με πιθανές συνέπειες τόσο στην ποιότητα του ενεργητικού όσο και στη μελλοντική πιστωτική επέκταση. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την ανάγκη για προσεκτική παρακολούθηση από τις τράπεζες και τις εποπτικές αρχές, προκειμένου να περιοριστούν οι μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

