Γ. Στουρνάρας: Δεν θα υποχωρήσει το ΑΕΠ μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης

Γ. Στουρνάρας: Δεν θα υποχωρήσει το ΑΕΠ μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης

Η ελληνική οικονομία διαθέτει πλέον τις προϋποθέσεις για να διατηρήσει την αναπτυξιακή της δυναμική και μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ η δημοσιονομική αξιοπιστία και οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν το ισχυρότερο «διαβατήριο» της χώρας στις διεθνείς αγορές. Αυτό ήταν το βασικό μήνυμα που εξέπεμψαν ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, και ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας, Παύλος Μυλωνάς, από το συνέδριο του Economist «30th Annual Government Roundtable – Progress in an age of upheaval | Geopolitics-Growth-Technology».

σχετικά άρθρα

Ο Γιάννης Στουρνάρας εμφανίστηκε αισιόδοξος για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, εκτιμώντας ότι η λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης δεν θα οδηγήσει σε επιβράδυνση της ανάπτυξης, καθώς η χώρα έχει δημιουργήσει πλέον ισχυρότερες αναπτυξιακές βάσεις.

Αναφερόμενος στο διεθνές περιβάλλον, σημείωσε ότι η πρόσφατη συμφωνία ειρήνης στη Μέση Ανατολή είχε αρχικά δημιουργήσει θετικές προσδοκίες τόσο για την ανάπτυξη όσο και για την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη. Όπως επισήμανε, ο πληθωρισμός υποχώρησε τον Ιούνιο στο 2,8% από 3,2%, ωστόσο η αναζωπύρωση των συγκρούσεων επανέφερε την αβεβαιότητα στις αγορές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την άνοδο της τιμής του πετρελαίου από τα 70 στα 80 δολάρια το βαρέλι μέσα σε μία εβδομάδα.

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος τόνισε ακόμη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να επιταχύνει την εφαρμογή των προτάσεων των Εκθέσεων Ντράγκι και Λέττα, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης, η οποία, όπως υποστήριξε, θα ενισχύσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και θα περιορίσει τις εκροές καταθέσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και η δημοσιονομική πειθαρχία παραμένουν βασικές προϋποθέσεις για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη, επισημαίνοντας ότι η προσπάθεια αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού όχι μόνο δεν αποτελεί εμπόδιο για την οικονομική ανάπτυξη αλλά, αντίθετα, τη στηρίζει μακροπρόθεσμα. Επικαλούμενος μάλιστα τη γνωστή ρήση του Λένιν ότι «αν θέλεις να καταστρέψεις έναν λαό, υποτίμησε το νόμισμά του», υπογράμμισε τη σημασία της σταθερότητας των τιμών για την ευημερία της οικονομίας.

Στο ίδιο πάνελ, ο διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας, Παύλος Μυλωνάς, υποστήριξε ότι η πορεία της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα για ολόκληρη την Ευρώπη. Όπως ανέφερε, η χώρα κατάφερε να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών χάρη στη συνεπή δημοσιονομική πολιτική, στα διατηρήσιμα πρωτογενή πλεονάσματα, στις μεταρρυθμίσεις και στη διατήρηση ενός περιβάλλοντος πολιτικής σταθερότητας.

Αναφερόμενος στις προκλήσεις της Ευρωζώνης, ο κ. Μυλωνάς επισήμανε ότι απαιτείται σημαντική αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων υψηλής ποιότητας, αντίστοιχων με εκείνες που πραγματοποιούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι οι τράπεζες δεν μπορούν από μόνες τους να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις υψηλού ρίσκου, γεγονός που καθιστά αναγκαία την ανάπτυξη ισχυρότερων κεφαλαιαγορών και εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης.

Από την πλευρά του, ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Boris Vujčić, εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξος για τις ευρωπαϊκές μεταρρυθμίσεις, επισημαίνοντας ότι σημαντικές πρωτοβουλίες, όπως η Ένωση Κεφαλαιαγορών και Αποταμιεύσεων, μπορούν να προχωρήσουν ευκολότερα μέσα από μια συνολική «συμφωνία-πακέτο» μεταξύ των κρατών-μελών.

Παρότι αναγνώρισε ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να κινείται με αργούς ρυθμούς στις διαρθρωτικές αλλαγές, υποστήριξε ότι η κατεύθυνση είναι η σωστή. Όπως τόνισε, στόχος της νομισματικής πολιτικής δεν είναι μόνο η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, αλλά αυτή να επιτευχθεί χωρίς σημαντικές απώλειες στην οικονομική ανάπτυξη και το ΑΕΠ, διατηρώντας έτσι τις προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη στην Ευρωζώνη.