Το τέλος της τεχνητής ευφορίας: Πώς ΗΠΑ και Ιαπωνία οδηγούν τις αγορές στο γκρεμό

Η φούσκα της τεχνητής νοημοσύνης, το αδιέξοδο του αμερικανικού χρέους και η ιαπωνική βόμβα των επιτοκίων που απειλούν να αναδιατάξουν βίαια τον παγκόσμιο -και ελληνικό- οικονομικό χάρτη.

Το τέλος της τεχνητής ευφορίας: Πώς ΗΠΑ και Ιαπωνία οδηγούν τις αγορές στο γκρεμό

Βρισκόμαστε στην άκρη του γκρεμού. Αυτή η φρενήρης ανοδική πορεία των αγορών θα μπορούσε τεχνικά να συνεχιστεί για μερικούς ακόμη μήνες, προτού η πραγματικότητα χτυπήσει την πόρτα των επενδυτών. Ειδικά σήμερα, με την αμερικανική κυβέρνηση να προσπαθεί να τονώσει τεχνητά το κλίμα, προβάλλοντας τα ρεκόρ απασχόλησης και τις νέες κορυφές στα χρηματιστήρια, η ψευδαίσθηση της αέναης ανάπτυξης καλά κρατεί. Υπάρχουν, άλλωστε, πολλοί λόγοι που δικαιολογούσαν αυτή την άνοδο μέχρι πρόσφατα: η φούσκα της τεχνητής νοημοσύνης, η μανία με τους ημιαγωγούς και η παρέλαση των mega-IPOs που τράβηξαν τεράστια κεφάλαια στα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία. Όλα αυτά δημιούργησαν μια δυναμική που έμοιαζε ασταμάτητη.

σχετικά άρθρα

Όμως, το αφήγημα πρέπει να διατηρηθεί με κάθε κόστος, διότι αν καταρρεύσουν οι μετοχές, το δολάριο θα ακολουθήσει. Σε προηγούμενους κύκλους, η ασθενέστερη χρηματιστηριακή αγορά και το πιο αδύναμο δολάριο κινούνταν παράλληλα. Η μειωμένη ζήτηση για αμερικανικές μετοχές μεταφράζεται αναπόφευκτα σε μειωμένη ζήτηση για τα δολάρια που απαιτούνται για την αγορά τους.

Το αμερικανικό χρέος και η ψευδαίσθηση του ασφαλούς καταφυγίου

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η μεγάλη δομική αλλαγή, η οποία θα ακουγόταν εντελώς παράλογη πριν από μόλις τρία χρόνια. Αν το χρηματιστήριο καταρρεύσει σήμερα, τα κεφάλαια ενδέχεται να μην στραφούν στα αμερικανικά ομόλογα ως παραδοσιακό “ασφαλές καταφύγιο”. Οι παλιοί κανόνες του παιχνιδιού απλώς δεν ισχύουν πλέον. Οι επενδυτές βλέπουν ξεκάθαρα το αδιέξοδο των αμερικανικών κρατικών ομολόγων, ειδικά από τη στιγμή που οι συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και το Ιράν υπόσχονται να διατηρήσουν τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για χρόνια.

Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. Μέχρι το 2036, το κόστος εξυπηρέτησης του εθνικού χρέους των ΗΠΑ θα μπορούσε να απορροφήσει το 30% των συνολικών κρατικών εσόδων, αγγίζοντας το 5,3% του ΑΕΠ, μόνο και μόνο για την αποπληρωμή των τόκων. Το υπουργείο οικονομικών θα αναγκαστεί να ωθήσει το έλλειμμα στο 8% ή και στο 10% του ΑΕΠ απλώς για να διατηρήσει το κράτος σε λειτουργία. Μαθηματικά, το χρέος καθίσταται μη βιώσιμο. Και όταν συμβαίνει αυτό, η μόνη διέξοδος είναι η χρεοκοπία. Όχι απαραίτητα μια επίσημη στάση πληρωμών, αλλά η σιωπηρή χρεοκοπία μέσω της εκτύπωσης χρήματος, η οποία καταποντίζει το νόμισμα και αφήνει τους κατόχους ομολόγων εκτεθειμένους σε υποτιμημένα δολάρια και αρνητικές πραγματικές αποδόσεις.

Ο δομικός μετασχηματισμός της αγοράς και η φούσκα της τεχνολογίας

Παράλληλα, η βάση των αγοραστών των αμερικανικών ομολόγων έχει αλλάξει ριζικά. Οι κεντρικές τράπεζες δεν αποτελούν πλέον την κυρίαρχη δύναμη, με τις συμμετοχές τους να παραμένουν στάσιμες γύρω στα 3,8 τρισεκατομμύρια. Αυτή η υποχώρηση των πιο αξιόπιστων αγοραστών έδωσε τη θέση της στους πιο ευμετάβλητους παίκτες: ιδιώτες επενδυτές, αμοιβαία κεφάλαια και traders λιανικής, οι οποίοι με το παραμικρό ίχνος πτώσης των τιμών σπεύδουν να ρευστοποιήσουν. Τα ομόλογα έχουν μετατραπεί από καταφύγιο σε μια “καυτή πατάτα”.

Οι μαθηματικοί ζητούν αυστηρούς κανόνες για την AI ώστε να προστατεύσουν την αξιοπιστία της έρευνας.

Το μοναδικό φωτεινό σημείο που είχε απομείνει στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα ήταν οι μετοχές. Όμως, αυτό το φως τρεμοπαίζει επικίνδυνα. Πρόσφατα, ο δείκτης S&P κατέγραψε άλλη μια απότομη πτώση 2%, διαγράφοντας τα κέρδη της πρόσφατης ανάκαμψης μέσα σε μόλις δύο ώρες συνεδρίασης. Αυτή τη φορά, η αφορμή ήταν η διόρθωση στον κλάδο των ημιαγωγών, οι αποτιμήσεις των οποίων ήταν εξαρχής μη βιώσιμες. Με την Κίνα να ετοιμάζεται να πλημμυρίσει την αγορά με φθηνά τσιπ μνήμης, καταστρέφοντας το premium της έλλειψης, η κατάσταση επιδεινώνεται.

Η ιαπωνική βόμβα που οι αγορές αρνούνται να δουν

Υπάρχει, ωστόσο, ένας επιπλέον καταλύτης που ελάχιστοι έχουν προεξοφλήσει: η Ιαπωνία. Η Τράπεζα της Ιαπωνίας (BoJ) έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου η αύξηση των επιτοκίων είναι μονόδρομος. Οι νομισματικές παρεμβάσεις απέτυχαν, καθώς η ρίψη 74 δισεκατομμυρίων τον περασμένο Μάιο για την υπεράσπιση του γεν δεν είχε κανένα μόνιμο αποτέλεσμα. Η αναμενόμενη αύξηση θα φέρει τα ιαπωνικά επιτόκια στο υψηλότερο επίπεδό τους από το 1995.

Αυτή η εξέλιξη αλλάζει άρδην τα δεδομένα. Όταν τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια αυξάνονται, ακολουθούν και τα μακροπρόθεσμα. Και όταν τα ιαπωνικά μακροπρόθεσμα επιτόκια εκτοξευθούν, οι κανόνες του παιχνιδιού για τους Ιάπωνες επενδυτές που κατέχουν περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό ανατρέπονται. Δεν πρόκειται απλώς για ένα τοπικό ζήτημα της ιαπωνικής οικονομίας. Ο πραγματικός κίνδυνος κρύβεται στα τρισεκατομμύρια δολάρια αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται στα χέρια ιαπωνικών κεφαλαίων.

Μόλις πριν από δύο χρόνια, οι Ιάπωνες επενδυτές κατείχαν αμερικανικές μετοχές και ομόλογα αξίας περίπου 2,2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Αν οι ιαπωνικές αποδόσεις πλησιάσουν το 4%, τα εγχώρια κρατικά ομόλογα θα προσφέρουν ικανοποιητικές αποδόσεις, χωρίς συναλλαγματικό ή γεωπολιτικό ρίσκο. Ήδη, μέσα στον Μάιο, καταγράφηκε η μεγαλύτερη έξοδος ιαπωνικών κεφαλαίων από ξένα περιουσιακά στοιχεία στη σύγχρονη ιστορία, και αν το κύμα επαναπατρισμού γιγαντωθεί, οι επιπτώσεις στις αμερικανικές αγορές θα είναι ραγδαίες.

Γεωπολιτική ανάφλεξη, ενέργεια και το ευρωπαϊκό, ελληνικό ντόμινο

Όλα αυτά συμβαίνουν με φόντο την επιδείνωση της κατάστασης στη Μέση Ανατολή. Οι νέες εντάσεις και η εμπλοκή αμερικανικών δυνάμεων σε χτυπήματα απέναντι στο Ιράν, αναζωπυρώνουν τους φόβους για γενικευμένη σύρραξη. Σε αυτό το σενάριο ασύμμετρου πολέμου, οι ενεργειακές υποδομές μετατρέπονται σε στόχους, το κόστος του πετρελαίου εκτοξεύεται και ο πληθωρισμός ριζώνει ακόμη πιο βαθιά, πιέζοντας τις κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν -ή και να αυξήσουν- τα επιτόκια.

Και εδώ ακριβώς ο αντίκτυπος φτάνει μέχρι τη γειτονιά μας. Ενώ στις ΗΠΑ παίζεται αυτό το τεράστιο οικονομικό πόκερ, η Ευρώπη και κατ’ επέκταση η Ελλάδα, δεν βρίσκονται σε γυάλα. Ένα παγκόσμιο ενεργειακό σοκ, σε συνδυασμό με την επιμονή του πληθωρισμού, πρακτικά δένει τα χέρια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ως προς τις πολυπόθητες μειώσεις επιτοκίων. Για την ελληνική οικονομία –η οποία παραμένει ευαίσθητη στο εξωτερικό περιβάλλον, βασιζόμενη στον τουρισμό και την ομαλή ροή ξένων άμεσων επενδύσεων– μια βίαιη ανατιμολόγηση του παγκόσμιου ρίσκου θα σήμαινε αυτόματα αναταράξεις στο Χρηματιστήριο Αθηνών (ΧΑΑ) και άμεση πίεση στο κόστος κρατικού και ιδιωτικού δανεισμού.

Δεν μιλάμε πλέον για μικρές, αναμενόμενες διορθώσεις, αλλά για τον κίνδυνο μιας δομικής ρήξης του συστήματος. Με τα επιτόκια υψηλά, το κόστος δανεισμού απαγορευτικό και το ιαπωνικό κεφάλαιο έτοιμο να επιστρέψει στη βάση του, η παγκόσμια οικονομία ετοιμάζεται για μια διόρθωση που ενδέχεται να αποδειχθεί πολύ βαθύτερη από αυτή που βίωσαν οι αγορές τα προηγούμενα χρόνια.