Η Αμερική χάνει τη μάχη και του «soft power» απέναντι στην Κίνα

Νέα έρευνα του Pew δείχνει ότι για πρώτη φορά η παγκόσμια κοινή γνώμη εκτιμά περισσότερο το Πεκίνο παρά την Ουάσινγκτον

Η Αμερική χάνει τη μάχη και του «soft power» απέναντι στην Κίνα

Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, η παγκόσμια κοινή γνώμη φαίνεται να συμπαθεί περισσότερο την Κίνα παρά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό είναι το πιο εντυπωσιακό συμπέρασμα της ανοιξιάτικης έρευνας του Pew Research Center για το 2026, μιας εκτενούς δημοσκόπησης σε 37 χώρες που εξετάζει πώς οι πολίτες αντιλαμβάνονται τις μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη. Η ανατροπή αυτή δεν είναι απλώς ένα στατιστικό περιστατικό, αλλά συμπτωματολογία μιας ευρύτερης διαδικασίας: της σταδιακής συρρίκνωσης αυτού που στη διεθνή πολιτική ονομάζεται «ήπια ισχύς» (soft power) της Αμερικής.

σχετικά άρθρα

Pew Research: US middle class shrinks from 62% to 51% | IDNFinancials

Η Κίνα κερδίζει έδαφος, οι ΗΠΑ χάνουν συμπάθεια

Σύμφωνα με τα ευρήματα, η Κίνα εμφανίζει πλέον θετικό πρόσημο στη διεθνή εικόνα της, με το 51% των ερωτηθέντων σε παγκόσμιο επίπεδο να εκφράζει ευνοϊκή γνώμη και μόλις το 39% αρνητική. Η εικόνα αυτή δεν είναι ομοιόμορφη: το Πεκίνο απολαμβάνει ιδιαίτερα θετική αποδοχή στη Νότια Αμερική, στην Αφρική και σε τμήματα της Νότιας και Νοτιοανατολικής Ασίας, με εξαίρεση την Ινδία. Αντίθετα, στη λεγόμενη Δύση η εικόνα της παραμένει πιο ανάμεικτη, ενώ σε Ανατολική Ασία και Ισραήλ κυριαρχεί δυσπιστία. Μια σταθερή τάση που καταγράφεται είναι ότι οι φτωχότερες χώρες τείνουν να βλέπουν την Κίνα πιο θετικά από τις πλουσιότερες -κάτι που ισχύει ακόμη και εντός της Ευρώπης, όπου Σουηδία, Γερμανία και Ολλανδία, οι πλουσιότερες χώρες της έρευνας, εμφανίζονται πιο επιφυλακτικές. Ωστόσο, ακόμη και εκεί, η εικόνα της Κίνας έχει βελτιωθεί σε σχέση με τα χαμηλά επίπεδα της περιόδου της πανδημίας.

Στον αντίποδα, η εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών έχει επιδεινωθεί αισθητά. Ο μέσος όρος στις 37 χώρες δείχνει πλέον αρνητικό πρόσημο, με 37% ευνοϊκή γνώμη και 57% δυσμενή. Η πτώση είναι σχεδόν καθολική: καταγράφεται σε κάθε χώρα για την οποία υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία από πέρυσι, με μοναδική αξιοσημείωτη εξαίρεση το Μεξικό. Το αποτέλεσμα είναι ότι σε πολλές χώρες το χάσμα ευνοϊκότητας ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα έχει αντιστραφεί, ακόμη και σε κράτη που δεν τρέφουν ιδιαίτερη συμπάθεια για το Πεκίνο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Γερμανία: μόλις το 33% των Γερμανών έχει θετική γνώμη για την Κίνα, όμως το ποσοστό για τις ΗΠΑ είναι ακόμη χαμηλότερο, στο 27%. Τελικά, μόνο εννέα από τις 37 χώρες της έρευνας -Βραζιλία, Γκάνα, Ουγγαρία, Πολωνία, Φιλιππίνες, Νότια Κορέα, Ινδία, Ιαπωνία και Ισραήλ- εξακολουθούν να βλέπουν πιο ευνοϊκά τις ΗΠΑ παρά την Κίνα.

Ο Τραμπ σταματά τους βομβαρδισμούς στο Ιράν αλλά συνεχίζει τις απειλές: «Έχουμε περισσότερα πυρομαχικά από όσα χρειαζόμαστε»

Ο ρόλος του Τραμπ και η κόπωση απέναντι στην Ουάσινγκτον

Ένα μέρος της εξήγησης έχει προφανώς να κάνει με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος δεν χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης εκτός συνόρων. Μόλις το 23% των ερωτηθέντων παγκοσμίως δηλώνει ότι έχει εμπιστοσύνη στον Αμερικανό πρόεδρο -ποσοστό χαμηλότερο σε σχέση με πέρυσι ή με την εποχή Μπάιντεν, και το χαμηλότερο ανάμεσα σε όλους τους ηγέτες που εξετάστηκαν, με εξαίρεση τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου. Η πτώση εμπιστοσύνης είναι εντονότερη στις υψηλού εισοδήματος χώρες, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, και -το πιο ενδιαφέρον- καταγράφεται ακόμη και ανάμεσα σε ψηφοφόρους της σκληρής δεξιάς σε αυτές τις χώρες.

Ωστόσο, το ζήτημα δεν εξαντλείται στο πρόσωπο του Τραμπ. Καταγράφεται μια ευρύτερη και απότομη μείωση του ποσοστού όσων θεωρούν τις ΗΠΑ αξιόπιστο εταίρο ή παράγοντα σταθερότητας στον κόσμο. Σήμερα, ο κόσμος τείνει να βλέπει την Κίνα ως πιο αξιόπιστο συνεργάτη, ως χώρα που συμβάλλει περισσότερο στην παγκόσμια ειρήνη και λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα άλλων κρατών, ενώ παράλληλα θεωρεί ότι παρεμβαίνει λιγότερο στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών σε σύγκριση με τις ΗΠΑ. Η εικόνα αυτή δεν οφείλεται μόνο στον Τραμπ, αλλά και στο γεγονός ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική έχει αλλάξει ριζικά κατεύθυνση σχεδόν σε κάθε αλλαγή κυβέρνησης την τελευταία δεκαετία, δημιουργώντας αίσθηση ασυνέπειας.

Ήπια ή σκληρή ισχύς: ποιο «όπλο» έχει σημασία σήμερα

Η φθίνουσα ήπια ισχύς της Αμερικής, βέβαια, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο Τραμπ ανησυχεί. Ο ίδιος έχει υποστηρίξει επί χρόνια ότι η υπερβολική εξάρτηση από την ήπια ισχύ και η απροθυμία άσκησης σκληρής ισχύος οδήγησαν την Αμερική να εκμεταλλεύεται συνεχώς από άλλες χώρες. Και σε ορισμένες περιπτώσεις όντως κατάφερε να αξιοποιήσει τη συντριπτική στρατιωτική και οικονομική ισχύ των ΗΠΑ, μέσω δασμών και απειλών, για να πετύχει συγκεκριμένους στόχους.

Ωστόσο, υπάρχουν τρεις σοβαρές επιφυλάξεις. Πρώτον, η ανταλλαγή ήπιας με σκληρή ισχύ μπορεί να αποφέρει βραχυπρόθεσμα οφέλη, αλλά δυσκολεύει τη μακροπρόθεσμη επίτευξη στρατηγικών στόχων, καθώς άλλες χώρες προσπαθούν να θωρακιστούν απέναντι στην αμερικανική πίεση, ενώ η ήπια ισχύς λειτουργεί συχνά ως ένα είδος γεωπολιτικού «λιπαντικού» που κάνει τους άλλους να ακολουθούν αυθόρμητα. Δεύτερον, η ήπια ισχύς φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία σε έναν πολυπολικό κόσμο, όπου οι χώρες έχουν εναλλακτικές επιλογές -κάτι που δεν ίσχυε στην εποχή της αδιαμφισβήτητης αμερικανικής υπεροχής. Τρίτον, η λογική των υποστηρικτών της σκληρής ισχύος βασίζεται στην υπόθεση ότι τα κράτη λειτουργούν ως ψυχροί, ρεαλιστές παίκτες που απλώς υποκύπτουν στα κίνητρα ισχύος. Στην πράξη, όμως, οι κυβερνήσεις ανταποκρίνονται περισσότερο σε εσωτερικά πολιτικά κίνητρα παρά σε ψυχρούς ρεαλιστικούς υπολογισμούς.

Brazil President Lula puts climate and inequality at the center of UN address | CNN

Η Βραζιλία ως παράδειγμα αντίστασης

Ένα εύγλωττο παράδειγμα είναι η Βραζιλία. Ο Τραμπ έχει απειλήσει τη χώρα με υψηλούς δασμούς, εν μέρει επιδιώκοντας καλύτερη πρόσβαση στην αγορά για αμερικανικές εταιρείες επεξεργασίας πληρωμών, όπως η Visa και η Mastercard. Η κυβέρνηση του προέδρου Λούλα, ωστόσο, δεν υποχώρησε με τη λογική ότι οι δασμοί θα έβλαπταν την οικονομία· αντιθέτως, αντέδρασε επιθετικά, κάτι που βρήκε ευρεία απήχηση στην κοινή γνώμη και ενίσχυσε τη δημοτικότητα του Λούλα στις δημοσκοπήσεις. Η περίπτωση αυτή δείχνει ότι η πολιτική της πίεσης δεν οδηγεί πάντα στο αναμενόμενο αποτέλεσμα, καθώς οι κυβερνήσεις λαμβάνουν υπόψη και το πολιτικό κόστος στο εσωτερικό τους.

Μια δοκιμασία για τη νέα εποχή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής

Για το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολεμικής ιστορίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν ταυτόχρονα σκληρή και ήπια υπερδύναμη -μια σπάνια συνδυαστική ισχύ που τους επέτρεπε να ασκούν επιρροή τόσο μέσω πειθούς όσο και μέσω πίεσης. Η δεύτερη θητεία Τραμπ αναδεικνύεται έτσι σε πραγματική δοκιμασία: θα δείξει αν η καθαρά σκληρή ισχύς αρκεί από μόνη της για να διατηρήσει την παγκόσμια ηγεμονία της Αμερικής, ή αν η απώλεια της συμπάθειας των λαών του κόσμου θα αποδειχθεί, τελικά, πιο δαπανηρή απ’ όσο υπολογίζει η Ουάσινγκτον.

Η έρευνα του Pew δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη δημοσκόπηση δημοτικότητας. Καταγράφει μια βαθύτερη μετατόπιση στον τρόπο που ο κόσμος αντιλαμβάνεται τις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του πλανήτη, σε μια περίοδο όπου η γεωπολιτική ανταγωνιστικότητα δεν κρίνεται μόνο από στρατιωτικό ή οικονομικό μέγεθος, αλλά και από την ικανότητα μιας χώρας να εμπνέει εμπιστοσύνη. Και σε αυτόν τον τομέα, τα δεδομένα δείχνουν ότι η Αμερική έχει πολύ δρόμο να διανύσει για να ανακτήσει το έδαφος που έχασε.