Η προσελήνωση των αστροναυτών του Apollo 11, Νιλ Άρμστρονγκ και Μπαζ Όλντριν, το 1969, αποτέλεσε ένα κομβικό σημείο στην ανθρώπινη ιστορία. Η γεωπολιτική επικράτηση των Ηνωμένων Πολιτειών, ως η πρώτη χώρα που έφτασε στη Σελήνη, συνοδεύτηκε από τεχνολογικές καινοτομίες της NASA και συνέβαλε στην άνοδο του περιβαλλοντικού κινήματος, εν μέρει λόγω των εικόνων της Γης από το Διάστημα.
Ωστόσο, το πρόγραμμα Artemis της NASA ενδέχεται να αποδειχθεί ακόμα πιο καθοριστικό. Θεσπίστηκε κατά την πρώτη θητεία του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με στόχο την επιστροφή της ανθρωπότητας στη Σελήνη και τα αρχικά σχέδια διατηρήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τη διοίκηση Μπάιντεν και κατά το πρώτο έτος της δεύτερης θητείας του Τραμπ, λαμβάνοντας πρόσφατα σημαντική ώθηση από τη NASA.
Σε εκδήλωση με τίτλο Ignition στις 24 Μαρτίου, ο Διοικητής της NASA, Τζάρεντ Άιζακμαν, ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ σχεδιάζουν την κατασκευή βάσης στη Σελήνη έως τη δεκαετία του 2030. Κύριος στόχος της βάσης είναι η ανάπτυξη και δοκιμή τεχνολογιών που θα επιτρέψουν τη διαρκή παρουσία του ανθρώπου στο Διάστημα, με μειωμένη εξάρτηση από αποστολές ανεφοδιασμού από τη Γη. Αυτό περιλαμβάνει τη χρήση του σεληνιακού εδάφους για την κατασκευή υποδομών και του παγωμένου νερού για κατανάλωση και καλλιέργεια φυτών. Το νερό μπορεί επίσης να διασπαστεί σε υδρογόνο και οξυγόνο, χρήσιμα τόσο για αναπνοή όσο και ως καύσιμο πυραύλων. Αυτά αποτελούν βασικά στοιχεία για τον τελικό στόχο του προγράμματος Artemis: τη δημιουργία ανθρώπινης παρουσίας στον Άρη.
Εξελικτικές προοπτικές και βιολογικές επιπτώσεις
Οι συνέπειες αυτών των σχεδίων θα επηρεάσουν το μέλλον για αιώνες. Όπως σημειώνει στην Washington Post, ο Σκοτ Σάλομον, καθηγητής Βιολογίας στο Rice University, υπάρχουν αναλογίες ανάμεσα στην εγκαθίδρυση μιας ανθρώπινης παρουσίας στη Σελήνη και τον Άρη και στους μηχανισμούς μέσω των οποίων τα ζώα και τα φυτά που απομονώνονται σε νησιά εξελίσσονται σε νέα είδη. Τα περιβάλλοντα της Σελήνης και του Άρη δεν μοιάζουν με τίποτα που να έχει βιώσει ποτέ ο άνθρωπος. Οι μελλοντικές γενιές που θα ζουν εκεί θα προσαρμοστούν και θα αλλάξουν.
Η παραμονή στο Διάστημα μεταβάλλει το ανθρώπινο σώμα: οι μύες και τα οστά εξασθενούν, ενώ η μετατόπιση των σωματικών υγρών μπορεί να προκαλέσει προβλήματα όρασης. Αν και πολλές από αυτές τις αλλαγές δεν είναι κληρονομικές, κάποιες μπορεί να είναι. Το πείραμα των «διδύμων» της NASA, στο οποίο ο αστροναύτης Σκοτ Κέλι πέρασε σχεδόν έναν χρόνο στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό, αποκάλυψε αλλαγές στη λειτουργία γονιδίων που σχετίζονται με το ανοσοποιητικό σύστημα. Αυτού του είδους οι επιγενετικές προσαρμογές προκαύθηκαν από στρες, όπως η έλλειψη ύπνου ή ο περιορισμός σε μικρούς χώρους. Επιπλέον, εντοπίστηκαν μεταβολές στη δομή χρωμοσωμάτων, πιθανόν λόγω ακτινοβολίας. Αν τέτοιες μεταβολές επηρεάσουν τα κύτταρα του αναπαραγωγικού συστήματος, μπορούν να μεταβιβαστούν στις επόμενες γενιές.
Κίνδυνοι ακτινοβολίας και μελλοντικές γενιές
Τα μέλη της αποστολής Artemis II ταξιδεύουν σε περιοχή του Διαστήματος με υψηλότερα επίπεδα ακτινοβολίας απ’ ό,τι στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό. Το μαγνητικό πεδίο της Γης εκτείνεται πέρα από τη χαμηλή τροχιά, παγιδεύοντας την κοσμική ακτινοβολία στις ζώνες Van Allen. Η Σελήνη δεν διαθέτει δικό της μαγνητικό πεδίο, με αποτέλεσμα τα επίπεδα ακτινοβολίας να είναι σημαντικά υψηλότερα για τους αστροναύτες που ταξιδεύουν ή παραμένουν στην επιφάνειά της. Η προστασία με σεληνιακό έδαφος μπορεί να μειώσει την έκθεση, όμως κάθε δραστηριότητα στην επιφάνεια αυξάνει τον κίνδυνο γενετικών βλαβών. Παρόμοιες συνθήκες επικρατούν και στον Άρη, ο οποίος επίσης στερείται μαγνητικού πεδίου.
Οι άνθρωποι που θα ζήσουν και θα εργαστούν στη Σελήνη ή στον Άρη και αργότερα θα αποκτήσουν παιδιά, ενδέχεται να μεταδώσουν μεταλλάξεις που προκλήθηκαν από την ακτινοβολία. Η NASA παρακολουθεί την έκθεση των πληρωμάτων και θέτει όρια για τη μείωση του κινδύνου καρκίνου, ωστόσο δεν υπάρχουν ακόμη πολιτικές σχετικά με την αναπαραγωγή μετά από διαστημικές αποστολές. Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι τα παιδιά των αστροναυτών διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο κληρονομικών μεταλλάξεων, αλλά αυτό μπορεί να αλλάξει καθώς οι αποστολές θα διαρκούν περισσότερο.
Η προοπτική της νέας ανθρώπινης εξέλιξης
Αν κάποια στιγμή γεννηθούν παιδιά στη Σελήνη ή στον Άρη, οι επιστήμονες δεν είναι βέβαιοι αν θα μπορούν να επιστρέψουν στη Γη. Η χαμηλότερη βαρύτητα ενδέχεται να επηρεάσει την ανάπτυξη των οστών και να αποδυναμώσει την καρδιά, ενώ η ανάπτυξη του ανοσοποιητικού συστήματος μπορεί να περιοριστεί λόγω μειωμένης έκθεσης σε μικροοργανισμούς. Η γέννηση σε άλλον πλανήτη θα μπορούσε να σημαίνει και μόνιμη παραμονή εκεί.
Αν επόμενες γενιές γεννηθούν εκτός Γης, οι μεταλλάξεις από την ακτινοβολία σε συνδυασμό με τη φυσική επιλογή θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφοροποίηση από τον ανθρώπινο πληθυσμό της Γης — όπως τα ζώα και τα φυτά σε απομονωμένα νησιά εξελίσσονται σε νέα είδη. Με την πάροδο του χρόνου, οι άνθρωποι της Σελήνης ή του Άρη ίσως εξελιχθούν σε νέους τύπους ανθρώπων. Η κατανόηση αυτών των αλλαγών και η πιθανή αξιοποίηση τεχνολογιών όπως η γονιδιακή επεξεργασία απαιτούν περαιτέρω έρευνα στη βιολογία του ανθρώπου στο Διάστημα.
Η αποστολή Artemis II μπορεί να είναι ένα μικρό βήμα προς τη ζωή στο βαθύ Διάστημα, αλλά ίσως αποδειχθεί το πρώτο βήμα προς ένα πραγματικά γίγαντιο άλμα για όλη την ανθρωπότητα.

