Ανησυχία στις αγορές προκάλεσε η ανακοίνωση της Amazon ότι σκοπεύει να διαθέσει περίπου 200 δισ. δολάρια σε κεφαλαιουχικές δαπάνες μέσα στο 2026, ποσό που ξεπερνά κατά περισσότερα από 50 δισ. δολάρια τις εκτιμήσεις της Wall Street και ενισχύει τους φόβους ότι το επενδυτικό κύμα στην Τεχνητή Νοημοσύνη εισέρχεται σε υπερθερμασμένη φάση.
Κατά τη διάρκεια τηλεδιάσκεψης με αναλυτές, μετά την ανακοίνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων, ο Μαρκ Μαχάνι της Evercore ISI έθεσε ευθέως το βασικό ερώτημα που απασχολεί την αγορά: κατά πόσο αυτές οι τεράστιες επενδύσεις θα αποδώσουν μακροπρόθεσμα. Όπως σημείωσε, το ζήτημα των αποδόσεων επί των επενδεδυμένων κεφαλαίων αποτελεί σήμερα τον κεντρικό προβληματισμό των επενδυτών.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Amazon, Andy Jassy, υποστήριξε ότι η νέα υποδομή Τεχνητής Νοημοσύνης αξιοποιείται εμπορικά σχεδόν ταυτόχρονα με την ανάπτυξή της, χαρακτηρίζοντας την παρούσα συγκυρία «εξαιρετικά ασυνήθιστη ευκαιρία». Όπως ανέφερε, η αυξανόμενη υιοθέτηση εφαρμογών AI επιταχύνει τη μετάβαση των πελατών στο cloud, ενώ η εμπειρία της AWS στη πρόβλεψη ζήτησης περιορίζει τον κίνδυνο υπερβάλλουσας δυναμικότητας.
«Δεν πρόκειται για μια άσκοπη προσπάθεια αύξησης εσόδων», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Τζάσι, τονίζοντας ότι η διοίκηση έχει εμπιστοσύνη πως οι επενδύσεις θα αποφέρουν ισχυρές αποδόσεις. Ωστόσο, οι δηλώσεις αυτές δεν καθησύχασαν την αγορά. Η μετοχή της Amazon κατέγραψε πτώση άνω του 10% στις μετασυνεδριακές συναλλαγές, καθώς οι επενδυτές αντέδρασαν τόσο στο εύρος των δαπανών όσο και στις προβλέψεις κερδοφορίας που υπολείπονταν των προσδοκιών.
Το επενδυτικό ράλι των Big Tech στην AI φαίνεται να κλιμακώνεται. Μόλις μία ημέρα νωρίτερα, η Google ανακοίνωσε ότι εκτιμά κεφαλαιουχικές δαπάνες ύψους 175–185 δισ. δολαρίων για το 2026, σημαντικά υψηλότερες από τις προβλέψεις της αγοράς, ενώ τόσο η Meta όσο και η Microsoft έχουν επίσης αυξήσει τα επενδυτικά τους πλάνα.
Κατά τη διάρκεια της ίδιας τηλεδιάσκεψης, αναλυτές της JPMorgan ζήτησαν διευκρινίσεις για το αν υπάρχουν «δημοσιονομικά όρια» στις δαπάνες. Ο Τζάσι επανέλαβε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αλλάξει ριζικά το μέγεθος και τη δυναμική της AWS, επισημαίνοντας ότι τα ιδιόκτητα chips της εταιρείας, Trainium και Graviton, αναμένεται να αποφέρουν πάνω από 10 δισ. δολάρια έσοδα μέσα στο έτος. Παράλληλα, χαρακτήρισε «πολύ επιτυχημένη» τη συνεργασία με την Anthropic.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αγορά της AI διαμορφώνεται με «διπλό άκρο»: από τη μία πλευρά οι μεγάλες δαπάνες των κορυφαίων εργαστηρίων Τεχνητής Νοημοσύνης και από την άλλη οι επιχειρησιακές εφαρμογές που στοχεύουν στην παραγωγικότητα. Το ενδιάμεσο πεδίο – οι επιχειρησιακές εφαρμογές σε παραγωγική κλίμακα και οι νέες AI-native εταιρείες – βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, αλλά, όπως εκτίμησε, μπορεί να εξελιχθεί στη μεγαλύτερη και πιο σταθερή πηγή ζήτησης καθώς το κόστος μειώνεται και η υιοθέτηση διευρύνεται.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ζήτησης «παραμένει ακόμη μπροστά μας» και θα εκδηλωθεί σταδιακά, στοιχείο που, κατά την Amazon, δικαιολογεί τη σημερινή επιθετική επενδυτική στρατηγική, παρά τις αυξανόμενες ανησυχίες της αγοράς.

