Η Ισπανία μετέτρεψε την πορεία της τα τελευταία 20 χρόνια
Η Εθνική Ισπανίας, κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, προσέλκυε το ενδιαφέρον του κοινού στις μεγάλες διοργανώσεις, ωστόσο η παρουσία της συχνά συνδεόταν με απογοήτευση. Παίκτες όπως οι Σαντιλιάνα, Μπουντραγκένιο, Μίτσελ, οι τερματοφύλακες Αρκονάδα και Θουμπιθαρέτα, ο Λουίς Ενρίκε, ο Καμάτσο, ο Ιέρο και ο Χούλιο Σαλίνας, παρά τις επιτυχίες τους σε συλλογικό επίπεδο, δεν κατάφεραν να οδηγήσουν την εθνική ομάδα στην κατάκτηση τίτλων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Euro της Γαλλίας το 1984. Στον κρίσιμο αγώνα ομίλου με τη Δυτική Γερμανία, η Ισπανία επικράτησε στο τελευταίο λεπτό με κεφαλιά του Μαθέντα, εξασφαλίζοντας την πρόκριση στα ημιτελικά. Μετά την επιτυχία επί της Δανίας, η ομάδα βρέθηκε στον τελικό απέναντι στην οικοδέσποινα Γαλλία, διεκδικώντας τον δεύτερο ευρωπαϊκό τίτλο της μετά το Euro του 1964. Ωστόσο, ένα λάθος του τερματοφύλακα Αρκονάδα στο φάουλ του Πλατινί έδωσε το προβάδισμα στη Γαλλία, η οποία τελικά νίκησε με 2-0, αφήνοντας ξανά τους Ισπανούς με την απογοήτευση.
Αυτή η περίοδος, όπου γενιές σπουδαίων παικτών δεν μπόρεσαν να πανηγυρίσουν έναν τίτλο, έχει αντιστραφεί την τελευταία εικοσαετία. Η Ισπανία έχει πλέον καθιερωθεί ως μία από τις κορυφαίες δυνάμεις στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, κατακτώντας πλήθος τροπαίων. Εντός των τελευταίων 18 ετών, η χώρα έχει κατακτήσει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο (2010), τρία Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα (2008, 2012, 2024) και ένα Nations League (2023). Επιπλέον, την προσεχή Κυριακή, η ομάδα θα διεκδικήσει ένα δεύτερο Παγκόσμιο Κύπελλο.
Η μεταμόρφωση της Εθνικής Ισπανίας αποδίδεται σε ένα συγκροτημένο σχέδιο από την ομοσπονδία, την εντατική δουλειά στις ακαδημίες και την επιλογή προπονητών με παιδαγωγικό χαρακτήρα, όπως ο νυν Ντε Λα Φουέντε. Η ομάδα θεωρείται πλέον από τον προπονητή της η κορυφαία στον κόσμο, προσδοκώντας να το επιβεβαιώσει και στους αγωνιστικούς χώρους.

