Ξανά στο προσκήνιο σενάρια οικουμενικής κυβέρνησης χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη

Δεν είναι μόνο πως θα κυβερνηθεί η χώρα αλλά και ποιος θα την κυβέρνηση - Πιέσεις εξωθεσμικών κέντρων και μιντιακων ομίλων

Ξανά στο προσκήνιο σενάρια οικουμενικής κυβέρνησης χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη

Παρότι θέμα πρόωρων εκλογών δεν υφίσταται τουλάχιστον τυπικά , οι εξελίξεις γύρω από την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και του pretador αναγκαστικά βάζουν τη συγκεκριμένη  συζήτηση στο τραπέζι. Οι  πολιτικές ζυμώσεις που γίνονται μεταξύ στελεχών όχι μόνο ανάμεσα στη  κυβέρνηση αλλά και των κομμάτων της αντιπολίτευσης, δείχνουν πως υφίσταται , αν και ο Κυριάκος Μητσοτάκης τις ξορκίζει τουλάχιστον φαινομενικά.

σχετικά άρθρα

Στις συζητήσεις που διεξάγονται με τα διάφορα σενάρια να δίνουν και να παίρνουν για τι εξυπηρετεί καλύτερα τη κυβέρνηση και τι την αντιπολίτευση που πιέζει , ως “ουρά”  εμφανίζεται και το σενάριο περί οικουμενικής κυβέρνησης τύπου Ζολώτα. Μία κυβέρνησης που θα εξυπηρετεί συγκεκριμένο σχέδιο και σκοπιμότητα στην περίπτωση που ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις εκλογές όποτε αυτές και αν γίνουν δεν καταφέρει όχι μόνο να κερδίσει αλλά ούτε να συγκεντρώσει το 25% που είναι ο πήχης για το μπόνους των βουλευτικών εδρών που προβλέπει ο εκλογικός νόμος για το πρώτο κόμμα.

Ισχυρές πιέσεις

Το σενάριο μιας «οικουμενικής» κυβέρνησης επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο, όχι μόνο  ως θεωρητική άσκηση,  σε περίπτωση που οι εκλογικές κάλπες δεν δώσουν καθαρή εντολή.

Στο επίκεντρο βρίσκεται φυσικά  ο Κυριάκος Μητσοτάκης με πρωταγωνιστή  τη  Νέα Δημοκρατία, με το όριο του 25% να αποκτά κρίσιμη σημασία, όχι μόνο για το μπόνους εδρών αλλά και για τη συνολική πολιτική νομιμοποίηση της επόμενης μέρας. Αν το ποσοστό αυτό δεν επιτευχθεί, το πολιτικό τοπίο μετατρέπεται σε κινούμενη άμμο, όπου οι βεβαιότητες καταρρέουν και οι πιέσεις για συνεργασίες πολλαπλασιάζονται.

Σε μια τέτοια περίπτωση οι συνθήκες αλλάζουν έρχονται τα πάνω κάτω και οι εξελίξεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία καθώς η αντιπολίτευση θα πιέζει έτσι ώστε η  όποια λύση και αν  υπάρξει για την αποφυγή μια νέας εκλογικής αναμέτρησης με ότι αυτό συνεπάγεται για την οικονομία της χώρας   να είναι χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο τιμόνι της ΝΔ ως υποψήφιος ξανά πρωθυπουργός. Είναι ένα σενάριο που βολεύει αρκετά την αντιπολίτευση καθώς θα συναινέσουν πιο εύκολα οι πολιτικοί αρχηγοί τους με έναν άλλον πρωθυπουργό εκτός απο ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ ή ΠΑΣΟΚ βολεύοντας παράλληλα και τα διάφορα εξωθεσμικά κέντρα και παράκεντρα που εξώφθαλμα πλέον διακινούν , πιέζουν και υποστηρίζουν μια τέτοια ανάλογη  εκδοχή εξυπηρετώντας τα δικά τους επιχειρηματικά και εκδοτικά συμφέροντα.

Φόβους για ακυβέρνησία είχε εκφράσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας

Σε αυτό το περιβάλλον, η προοπτική μιας κυβέρνησης που θα περιλαμβάνει τη Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί τώρα να φαντάζει αδιανόητη. Σκεφτείτε όμως μια τέτοια περίπτωση αν οι κάλπες επιβεβαιώσουν το αδιέξοδο των αριθμών. Από ορισμένους δε παρουσιάζεται και ως «αναγκαίο κακό» για τη διασφάλιση της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας. Μια τέτοια κυβέρνηση, ωστόσο, θα στηρίζεται περισσότερο στον φόβο της αστάθειας παρά σε κοινό πολιτικό όραμα. Οι βαθιές ιδεολογικές διαφορές, οι αντικρουόμενες προτεραιότητες και το ιστορικό σκληρής αντιπαράθεσης δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα, που δύσκολα μπορεί να οδηγήσει σε συνεκτική διακυβέρνηση.

Το κίνδυνο ανάλογης τροπής είχε επισημάνει προ μηνών ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Κ. Τασούλας με εκτενές ρεπορτάζ και πληροφορίες της  Κυριακάτικης εφημερίδας το Βήμα, σύμφωνα με το οποίο ο Προόεδρος της Δημοκρατίας διέκρινε τον κίνδυνο ακυβερνησίας από τη στιγμή που δεν μπορεί η αντιπολίτευση να συνεναίση σε τρεις από τις σημαντικότερες ανεξάρτητες,  η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, η Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών και ο Συνήγορος του Πολίτη  που ήταν ακέφαλες . Τότε στις 17/11/2025 το ρεπορτάζ της εφημερίδας ανέφερε πρωτοσέλιδα :

“Ο κ. Τασούλας παρακολουθεί στενά και αξιολογεί συστηματικά τις διαμορφούμενες πολιτικές συνθήκες, έχει τις εκτιμήσεις του, τις οποίες και δεν κρύβει από τους συνομιλητές του. Κατ’ αυτόν, η ρευστότητα είναι εμφανής διά γυμνού οφθαλμού και δεν είναι απίθανο να φέρει τη χώρα προ πολιτικού αδιεξόδου. Ο κίνδυνος ενδεχόμενης ακυβερνησίας τον απασχολεί εντόνως. Αγωνιά κατά βάση μην αποδειχθεί σωστή στο μέλλον η πρόγνωση του Βαγγέλη Βενιζέλου περί μη κυβερνησιμότητας του τόπου” . Η εφημερίδα συνεχίζει το ρεπορτάζ με τις πληροφορίες της απο το προεδρικό Μέγαρο διαπιστώνοντας ότι  “Ο Πρόεδρος αισθάνεται τη φθορά του χρόνου που πιέζει την κυβέρνηση Μητσοτάκη, αλλά ταυτόχρονα επισημαίνει και την αδυναμία της αντιπολίτευσης, επί του παρόντος τουλάχιστον, να παρουσιάσει ελκυστική και αξιόπιστη πρόταση διακυβέρνησης. «Η κυβέρνηση έχει υπέρ της τη σύγκριση των αποτελεσμάτων, ιδιαιτέρως στο πεδίο της οικονομίας, αλλά βαρύνεται από τη φθορά του χρόνου» φέρεται να σημειώνει στις συζητήσεις του και «η αντιπολίτευση δείχνει αδύναμη να κεφαλαιοποιήσει το αποτέλεσμα αυτής» λέει χαρακτηριστικά”.

Εύθραυστες ισορροπίες – εξωθεσμικά κέντρα και παράκεντρα

Ερχόμενοι  στο σήμερα και ύστερα απο τις εξελίξεις στις δύο υποθέσεις των σκανδάλων κατά την αντιπολίτευση,  το ερώτημα που τίθεται  επομένως είναι αν μια τέτοια «οικουμενική» λύση θα μπορούσε να είναι λειτουργική ή αν θα αποτελούσε απλώς μια εύθραυστη ισορροπία, διαρκώς εκτεθειμένη σε εσωτερικές συγκρούσεις. Σε παρόμοιες περιπτώσεις στο παρελθόν, κυβερνήσεις ευρείας συνεργασίας κατάφεραν να διαχειριστούν κρίσεις, αλλά συχνά πλήρωσαν πολιτικό κόστος, καθώς θόλωσαν τα όρια μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, ενισχύοντας τελικά την απαξίωση του πολιτικού συστήματος.

 Ιδιαίτερα αιχμηρή παραμένει η συζήτηση γύρω από τα λεγόμενα «εξωθεσμικά συμφέροντα». Πρόκειται για έναν όρο που χρησιμοποιείται συχνά, αλλά σπάνια αποσαφηνίζεται. Στον δημόσιο διάλογο περιλαμβάνει από μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα και ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες έως διεθνή κέντρα επιρροής και δίκτυα ενημέρωσης. Η βασική υπόθεση είναι ότι τέτοιοι παράγοντες δεν επιθυμούν απαραίτητα έναν ισχυρό, αυτοδύναμο πρωθυπουργό, αλλά προτιμούν κυβερνήσεις συνεργασίας, όπου η εξουσία κατανέμεται και, κατά συνέπεια, γίνεται πιο διαπραγματεύσιμη.

 Ωστόσο, εδώ η ανάλυση συναντά τα όριά της. Δεν υπάρχουν δημόσια, τεκμηριωμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν συντονισμένη δράση συγκεκριμένων «κέντρων» με στόχο την αποτροπή της παραμονής του Κυριάκος Μητσοτάκης στην εξουσία. Πολλές από αυτές τις εκτιμήσεις βασίζονται σε πολιτικές αναγνώσεις, ενδείξεις ή και σεναριολογία. Σε αρκετές περιπτώσεις, η επίκληση «εξωθεσμικών παραγόντων» λειτουργεί και ως εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης, επιχειρώντας να ερμηνεύσει εξελίξεις ή να αποδώσει ευθύνες χωρίς σαφή αποδεικτική βάση.

 Το ζήτημα, όμως, είναι άλλο: κατά πόσο αυτή η επιρροή μεταφράζεται σε άμεση παρέμβαση στη διαμόρφωση κυβερνήσεων. Και σε αυτό το ερώτημα, οι απαντήσεις παραμένουν ασαφείς.

 Το μόνο βέβαιο είναι ότι αν η Νέα Δημοκρατία δεν καταφέρει να ξεπεράσει το κρίσιμο εκλογικό όριο, η χώρα θα εισέλθει σε μια περίοδο έντονων διεργασιών. Τα κόμματα θα κληθούν να επιλέξουν ανάμεσα στην πολιτική καθαρότητα και τον ρεαλισμό της εξουσίας. Οι πιέσεις —εντός και εκτός θεσμών— θα ενταθούν και οι αποφάσεις που θα ληφθούν θα καθορίσουν όχι μόνο τη σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα ασκηθεί η εξουσία.

 Σε αυτό το σκηνικό, μια οικουμενική κυβέρνηση μπορεί να εμφανίζεται ως λύση ανάγκης, αλλά ταυτόχρονα εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους: πολιτική αδράνεια, έλλειψη σαφούς κατεύθυνσης και ενίσχυση της κοινωνικής δυσπιστίας, και αδιαφάνεια.  Το διακύβευμα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος θα κυβερνήσει, αλλά και πώς θα κυβερνηθεί η χώρα σε μια περίοδο που απαιτεί ξεκάθαρες αποφάσεις και ισχυρή πολιτική νομιμοποίηση.