Το χρονικό της ΑΟΖ με τη Λιβύη – Από τον Καντάφι στον Χαφτάρ και από τον Παπούλια στον Γεραπετρίτη
Καραμανλής, Παπανδρέου, Τσίπρας και Σαμαράς γνωρίζουν πολύ καλά τι τρέχει με τη Λιβύη
Είκοσι χρόνια διαπραγματεύσεων, χαμένες ευκαιρίες, κυβερνητικές αλλαγές και μια εκκρεμότητα που άφησε χώρο στην Τουρκία να υπογράψει το δικό της μνημόνιο με την Τρίπολη. Από την προσπάθεια της κυβέρνησης Καραμανλή και την παρέμβαση του Κάρολου Παπούλια στον Καντάφι, μέχρι την αποστολή Αβραμόπουλου επί Σαμαρά, τη στάση της κυβέρνησης Τσίπρα και τις σημερινές κινήσεις της Αθήνας με τον Γιώργο Γεραπετρίτη.
Η ελληνολιβυκή εκκρεμότητα για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών δεν γεννήθηκε το 2019, όταν η Τουρκία υπέγραψε το μνημόνιο με την κυβέρνηση της Τρίπολης. Οι ρίζες της βρίσκονται πολύ νωρίτερα, στην περίοδο που η Αθήνα επιχειρούσε να διαμορφώσει συμφωνίες με τους γείτονές της, χωρίς να περιμένει την επίλυση όλων των διαφορών με την Άγκυρα.
Το παράδοξο είναι ότι η Ελλάδα είχε αρχίσει να διαπραγματεύεται με τη Λιβύη από τα χρόνια του Μουαμάρ Καντάφι, είχε φτάσει σε προχωρημένο στάδιο συζητήσεων, επανήλθε στο τραπέζι μετά την πτώση του και τελικά βρέθηκε αντιμέτωπη με μια τουρκολιβυκή συμφωνία που αμφισβητεί τα ελληνικά δικαιώματα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σήμερα, μετά και την απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης στις 20 Οκτωβρίου 2026 να εγκρίνει το μνημόνιο του 2019, το ιστορικό αυτής της υπόθεσης αποκτά νέα πολιτική σημασία. Η Αθήνα απορρίπτει τη συμφωνία ως αντίθετη προς το Δίκαιο της Θάλασσας, ενώ η εξέλιξη δείχνει ότι η ελληνική διπλωματία δεν έχει απέναντί της μόνο ένα παλιό μνημόνιο, αλλά και μια μεταβαλλόμενη λιβυκή πολιτική πραγματικότητα.
2004–2006: Ο Καραμανλής, ο Βαληνάκης και η παρέμβαση Παπούλια στον Καντάφι

Η αρχή της οργανωμένης ελληνικής προσπάθειας τοποθετείται στο 2004, όταν ο Γιάννης Βαληνάκης, υφυπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, ξεκίνησε την προεργασία για οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών με τις γειτονικές χώρες, μεταξύ αυτών και τη Λιβύη. Στόχος ήταν να μη μένει η Ελλάδα εγκλωβισμένη στις ελληνοτουρκικές διαφορές, αλλά να προχωρά σε συμφωνίες με όσους γείτονες υπήρχε δυνατότητα συνεννόησης.
Το 2005 ο Βαληνάκης συναντήθηκε με τον Λίβυο ομόλογό του, Μοχάμεντ Σιάλα, στο Λουξεμβούργο, ενώ τον Ιούλιο επισκέφθηκε την Τρίπολη. Στις επαφές τέθηκε το ζήτημα των λιβυκών χαρτών και της μονομερούς λιβυκής διεκδίκησης θαλάσσιας ζώνης αλιείας, η οποία δημιουργούσε προβλήματα και για Έλληνες αλιείς. Οι συνομιλίες δεν οδήγησαν άμεσα σε συμφωνία.

Εδώ παρενέβη ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας. Η προσωπική του γνωριμία με τον Καντάφι από προηγούμενες δεκαετίες αξιοποιήθηκε διπλωματικά, με στόχο να ξεπεραστεί το αδιέξοδο.
Στις 13 και 14 Μαρτίου 2006, ο Παπούλιας επισκέφθηκε τη Λιβύη, επικεφαλής ελληνικής αντιπροσωπείας. Στη συνάντησή του με τον Καντάφι τέθηκε το ζήτημα της οριοθέτησης και, σύμφωνα με την καταγραφή του Βαληνάκη, δόθηκε εντολή να ξεκινήσουν τεχνικές διαπραγματεύσεις. Η υπουργός Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη συνέβαλε στη συνέχιση της προσπάθειας, ενώ ο πρέσβης Γιώργος Σαββαΐδης ανέλαβε σημαντικό μέρος της τεχνικής διαπραγμάτευσης.
Το πρώτο μεγάλο συμπέρασμα είναι ότι το θέμα δεν εμφανίστηκε ξαφνικά με την Τουρκία. Ήταν ήδη ανοιχτό επί Καντάφι και είχε μπει στην ατζέντα της κυβέρνησης Καραμανλή, με πολιτική παρέμβαση στο ανώτατο επίπεδο.
2007–2009: Οι συνομιλίες προχωρούν, αλλά η συμφωνία δεν υπογράφεται
Στα επόμενα χρόνια οι τεχνικές συζητήσεις συνεχίστηκαν. Η βασική ελληνική επιδίωξη ήταν η οριοθέτηση με βάση τη μέση γραμμή, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών, μεταξύ των οποίων η Κρήτη και η Γαύδος.
Η λιβυκή πλευρά δεν αποδεχόταν πλήρως την ελληνική προσέγγιση. Το ζήτημα της επήρειας των νησιών, ιδίως στα άκρα της υπό συζήτηση γραμμής, παρέμενε κρίσιμο. Σύμφωνα με την περιγραφή του Βαληνάκη, η ελληνική πλευρά πίεζε για πρόοδο, αλλά οι διαπραγματεύσεις δεν ολοκληρώθηκαν πριν από την αλλαγή κυβέρνησης το 2009.
Η Ντόρα Μπακογιάννη, όπως έχει αναφέρει αργότερα ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, είχε επίσης διαμορφώσει το 2009 πλαίσιο επαφών με στόχο την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η κυβέρνηση Καραμανλή έφυγε χωρίς να έχει υπογράψει συμφωνία. Ωστόσο, οι συνομιλίες δεν σταμάτησαν αυτομάτως με την κυβερνητική αλλαγή.
2010–2011: Η κυβέρνηση Παπανδρέου και το παράθυρο που έκλεισε

Στις 31 Αυγούστου 2010 πραγματοποιήθηκαν νέες συναντήσεις εμπειρογνωμόνων στην Αθήνα. Σύμφωνα με τις περιγραφές της ελληνικής διαπραγματευτικής πλευράς, υπήρχε περιθώριο σύγκλισης, αλλά παρέμεναν διαφωνίες σε συγκεκριμένα σημεία της γραμμής και κυρίως στο καθεστώς μικρότερων νησιών. Ο Βαληνάκης έχει υποστηρίξει ότι χάθηκε μια σημαντική ευκαιρία για συμφωνία. Αυτό αποτελεί τη δική του αποτίμηση της διαπραγματευτικής πορείας και όχι απόδειξη ότι υπήρχε ήδη οριστικοποιημένο και έτοιμο προς υπογραφή κείμενο.
Τον Φεβρουάριο του 2011 ξέσπασε η εξέγερση στη Λιβύη. Η ανατροπή και ο θάνατος του Καντάφι τον Οκτώβριο του ίδιου έτους άλλαξαν ριζικά το πολιτικό περιβάλλον. Οι διαπραγματεύσεις πάγωσαν μέσα σε μια χώρα που εισερχόταν σε μακρά περίοδο αστάθειας.
Η εκκρεμότητα πέρασε έτσι από την εποχή ενός ισχυρού, συγκεντρωτικού καθεστώτος σε μια νέα πραγματικότητα, όπου η Αθήνα δεν είχε πλέον απέναντί της έναν ενιαίο συνομιλητή με τον ίδιο βαθμό ελέγχου στη χώρα.
2012: Ο Σαμαράς στέλνει τον Αβραμόπουλο στη Λιβύη

Μετά την πτώση του Καντάφι, η Ελλάδα επιχειρεί να ξαναπιάσει το νήμα των σχέσεων με τη νέα λιβυκή ηγεσία. Τον Δεκέμβριο του 2012, επί κυβέρνησης Αντώνη Σαμαρά, ο υπουργός Εξωτερικών Δημήτρης Αβραμόπουλος επισκέπτεται την Τρίπολη και συναντά τον πρωθυπουργό Αλί Ζεϊντάν, τον πρόεδρο του Εθνικού Κογκρέσου Μοχάμεντ Μαγκάριεφ και τον υπουργό Διεθνούς Συνεργασίας Μοχάμεντ Αμπντελαζίζ.
Ο Αβραμόπουλος κάνει λόγο για μια «νέα αρχή» στις σχέσεις των δύο χωρών. Η επίσκεψη δεν οδηγεί σε υπογραφή συμφωνίας ΑΟΖ, αλλά επαναφέρει την πολιτική βούληση για συνεργασία. Σε άρθρο του τον Ιούνιο του 2026, ο ίδιος υποστηρίζει ότι τότε υπήρχε κοινή πρόθεση να προχωρήσει η οριοθέτηση με διάλογο και βάση τη διεθνή νομιμότητα.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ούτε η αλλαγή καθεστώτος στη Λιβύη ούτε η νέα ελληνική κυβέρνηση εξαφάνισαν το πρόβλημα. Η ΑΟΖ παρέμενε μια ανοιχτή υπόθεση, η οποία απαιτούσε σταθερή διπλωματική παρουσία και συνεννόηση με τις λιβυκές αρχές.
2015–2016: Ο Τσίπρας, οι προειδοποιήσεις και η συμφωνία που δεν έγινε

Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα παρέλαβε το 2015 μια εκκρεμότητα που είχε ήδη ιστορία τουλάχιστον δέκα ετών. Ο ίδιος, μάλιστα, είχε αναφερθεί στην ανάγκη οριοθέτησης ΑΟΖ με τη Λιβύη ήδη από το 2011, όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση.
Στις 8 Δεκεμβρίου 2015, κατά την επίσκεψη του Αιγύπτιου προέδρου Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι στην Αθήνα, ο Τσίπρας μίλησε για τις περιφερειακές εξελίξεις και την ανάγκη συνεργασίας για τη σταθερότητα στη Λιβύη. Σε ερώτηση για την καθυστέρηση της οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας–Αιγύπτου, απάντησε ότι η συνεργασία των δύο χωρών δεν στρέφεται εναντίον τρίτων. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αφορούσε την ελληνοαιγυπτιακή συνεργασία και δεν συνιστούσε ανακοίνωση συμφωνίας με τη Λιβύη.
Το γεγονός, πάντως, παραμένει: κατά τη διακυβέρνηση Τσίπρα, από το 2015 έως το 2019, δεν υπογράφηκε συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας–Λιβύης. Αυτό είναι διαφορετικό από το να υποστηρίξει κανείς ότι δεν έγιναν καθόλου διπλωματικές επαφές ή ότι η συμφωνία ήταν εύκολα εφικτή.
Η αντίφαση που αξίζει να διερευνηθεί πολιτικά βρίσκεται αλλού: ο Τσίπρας είχε αναδείξει το ζήτημα από την αντιπολίτευση, αλλά η κυβέρνησή του δεν κατέληξε σε συμφωνία κατά τη διάρκεια της τετραετίας της. Σήμερα, εφόσον επαναφέρει την ανάγκη οριοθέτησης, το εύλογο ερώτημα είναι τι πρωτοβουλίες ανέλαβε τότε, ποιες δυσκολίες συνάντησε και τι θα έκανε διαφορετικά τώρα.
Δεν αρκεί, ωστόσο, να συγκρίνουμε μια παλιά δήλωση με μια σημερινή χωρίς να εξετάσουμε τις συνθήκες στη Λιβύη, τις διαθέσιμες διπλωματικές επαφές και τις διαφορές που παρέμεναν ανοιχτές.
2018–2019: Από το Παλέρμο στο τουρκολιβυκό μνημόνιο
Τον Νοέμβριο του 2018, ο Τσίπρας συμμετείχε στη Διάσκεψη του Παλέρμο για τη Λιβύη, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα παρέμενε διαιρεμένη και η διεθνής διπλωματία επιχειρούσε να διαμορφώσει πολιτική λύση. Η παρουσία του εκεί δεν συνοδεύτηκε από συμφωνία οριοθέτησης με την Ελλάδα.
Έναν χρόνο αργότερα, στις 27 Νοεμβρίου 2019, η Τουρκία και η κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας της Τρίπολης υπό τον Φαγιέζ αλ Σάρατζ υπέγραψαν το μνημόνιο για την οριοθέτηση θαλάσσιων δικαιοδοσιών.
Η Τουρκία επιδίωξε να χαράξει μια θαλάσσια γραμμή που δεν αναγνωρίζει την επήρεια ελληνικών νησιών, μεταξύ αυτών της Κρήτης, όπως θα υποστήριζε η ελληνική πλευρά. Η Αθήνα απέρριψε το μνημόνιο ως αντίθετο προς το Δίκαιο της Θάλασσας και τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη διπλωματική ανατροπή: ενώ Ελλάδα και Λιβύη διαπραγματεύονταν επί χρόνια χωρίς να υπογράψουν συμφωνία, η Τουρκία κατάφερε να συνάψει δική της συμφωνία με την κυβέρνηση της Τρίπολης.
Η εκκρεμότητα που είχε επιβιώσει από τον Καντάφι, την πτώση του καθεστώτος του και τις διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις απέκτησε πλέον πολύ ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση.
2019–2024: Ο Χαφτάρ, η ανατολική Λιβύη και τα όρια της ελληνικής επιρροής

Μετά την υπογραφή του μνημονίου, η Ελλάδα επιδίωξε να ενισχύσει τις σχέσεις της με τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ και την ανατολική Λιβύη, οι οποίοι αντιτίθεντο τότε στην κυβέρνηση της Τρίπολης και στη συμφωνία με την Τουρκία.
Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος, σε άρθρο του τον Ιούνιο του 2026, ασκεί κριτική στη στρατηγική που έδωσε προτεραιότητα στον Χαφτάρ, επισημαίνοντας ότι η προσέγγιση αυτή περιόρισε τη δυνατότητα της Ελλάδας να διατηρεί ουσιαστική επιρροή στην κυβέρνηση της Τρίπολης, την ώρα που διαμορφώνονταν κρίσιμες εξελίξεις. Πρόκειται για τη δική του αποτίμηση της ελληνικής πολιτικής εκείνης της περιόδου.
Το πρόβλημα ήταν δομικό: η Λιβύη δεν είχε ενιαία πολιτική εξουσία. Η Αθήνα έπρεπε να συνομιλεί με διαφορετικά κέντρα ισχύος, χωρίς να μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι η στάση της ανατολικής πλευράς θα καθόριζε και τις αποφάσεις της Τρίπολης.
Και η Τουρκία συνέχισε να αναπτύσσει σχέσεις και με τις δύο πλευρές, παρά την παλαιότερη αντιπαράθεση με τον Χαφτάρ. Η πρόσφατη προσέγγιση της Άγκυρας με την ανατολική Λιβύη καταδεικνύει πόσο ρευστές παραμένουν οι συμμαχίες.
2025–2026: Ο Γεραπετρίτης επαναφέρει την οριοθέτηση στο τραπέζι
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επανέφερε δυναμικά το ζήτημα της οριοθέτησης το 2025, μετά τις αντιδράσεις της Λιβύης για τις ελληνικές ενεργειακές έρευνες νότια της Κρήτης και τις εξελίξεις γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Τον Ιούλιο του 2025, η Αθήνα απηύθυνε πρόσκληση στην κυβέρνηση της Τρίπολης για διαπραγματεύσεις σχετικά με την οριοθέτηση ΑΟΖ. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης υπογράμμιζε ότι η Ελλάδα επιδιώκει συμφωνία με βάση το Διεθνές Δίκαιο, ενώ απέρριπτε τη νομική ισχύ του τουρκολιβυκού μνημονίου.
Στις 27 Απριλίου 2026, κατά τις επαφές του στην Τρίπολη με τον προσωρινό υπουργό Εξωτερικών της λιβυκής κυβέρνησης, Αλ Τάχερ Σάλεμ Αλ Μπαούρ, αποφασίστηκε η έναρξη συζητήσεων για τη συγκρότηση τεχνικών επιτροπών με αντικείμενο την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Η εξέλιξη αυτή επανέφερε τη διαδικασία σε τεχνικό επίπεδο, χωρίς να σημαίνει ότι είχε επιτευχθεί συμφωνία.
Και τότε ήρθε η νέα εξέλιξη της 20ής Οκτωβρίου 2026: η Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης ενέκρινε το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019, το οποίο επί χρόνια δεν είχε εγκρίνει. Η Αθήνα αντέδρασε, επαναλαμβάνοντας ότι η απόφαση δεν προσδίδει νομιμότητα στο μνημόνιο και ότι παραβιάζονται δικαιώματα των ελληνικών νησιών.
Η εξέλιξη αυτή προσθέτει μια νέα διάσταση στην ελληνική προσπάθεια: η οριοθέτηση δεν αφορά πλέον μόνο την επίλυση μιας παλιάς διμερούς διαφοράς, αλλά και την αποτροπή περαιτέρω εδραίωσης της τουρκικής επιρροής στη Λιβύη.
Το πολιτικό ερώτημα που μένει ανοιχτό
Από το 2004 μέχρι σήμερα, η υπόθεση της ΑΟΖ με τη Λιβύη πέρασε από κυβερνήσεις διαφορετικών πολιτικών αποχρώσεων. Ο Καραμανλής ξεκίνησε την προεργασία, ο Παπούλιας παρενέβη στον Καντάφι, ο Παπανδρέου συνέχισε τις επαφές, ο Σαμαράς έστειλε τον Αβραμόπουλο στην Τρίπολη, ο Τσίπρας δεν υπέγραψε συμφωνία στη διάρκεια της διακυβέρνησής του και ο Μητσοτάκης επανέφερε το ζήτημα σε τεχνικές διαπραγματεύσεις μέσω του Γεραπετρίτη.
Κάθε περίοδος είχε διαφορετικές συνθήκες, διαφορετικούς συνομιλητές και διαφορετικά περιθώρια κινήσεων. Το κοινό αποτέλεσμα, ωστόσο, ήταν ότι η Ελλάδα δεν κατέληξε σε διμερή συμφωνία οριοθέτησης με τη Λιβύη.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς ποια κυβέρνηση «έχασε» την ΑΟΖ. Είναι γιατί, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες, δεν κατέστη δυνατή η συμφωνία και ποια διπλωματική στρατηγική μπορεί να οδηγήσει σε αποτέλεσμα σήμερα.
Η ιστορία ξεκίνησε επί Καντάφι. Ο Παπούλιας επιχείρησε να ανοίξει τον δρόμο. Ο Αβραμόπουλος προσπάθησε να επαναφέρει τη διαδικασία μετά την πτώση του καθεστώτος. Η Τουρκία αξιοποίησε το κενό το 2019. Και τώρα, επί Γεραπετρίτη, η Αθήνα καλείται να πετύχει εκείνο που δεν κατάφεραν οι προηγούμενες κυβερνήσεις: μια συμφωνία που θα κατοχυρώνει τα ελληνικά δικαιώματα με βάση το Διεθνές Δίκαιο.
Το αν θα τα καταφέρει θα κριθεί όχι από τις δηλώσεις, αλλά από το αν οι τεχνικές συνομιλίες θα μετατραπούν σε πραγματική διαπραγματευτική πρόοδο.

