Τι δεν είπε ο Αλέξης Τσίπρας στο μανιφέστο του – Ο ιδεολογικός αχταρμάς με το ακαδημαϊκό περιτύλιγμα 

Η «νέα αριστερά» του πρώην πρωθυπουργού: Πολλή θεωρία λίγες απαντήσεις για τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας 

Τι δεν είπε ο Αλέξης Τσίπρας στο μανιφέστο του – Ο ιδεολογικός αχταρμάς με το ακαδημαϊκό περιτύλιγμα 
Το βασικό που φαίνεται πίσω από το διαβόητο μανιφέστο είναι μια προσπάθεια του Αλέξη Τσίπρα να ξαναχτίσει πολιτική ταυτότητα μετά την κατάρρευση του παλιού ΣΥΡΙΖΑ, αλλά όχι με όρους «αντισυστημικού 2015». Πιο πολύ επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο ηγέτης μιας ευρωπαϊκού τύπου προοδευτικής παράταξης που θα ενώσει σοσιαλδημοκρατία, οικολογία και ριζοσπαστική αριστερά.
Το πρόβλημα είναι ότι το κείμενο μοιάζει να γράφτηκε περισσότερο για πανεπιστημιακά ακροατήρια, think tanks και κομματικά στελέχη παρά για τη μεσαία τάξη ή τον μέσο ψηφοφόρο που παλεύει με ενοίκιο, ρεύμα και ανασφάλεια. Η γλώσσα του είναι βαριά, θεωρητική και γεμάτη αφηρημένες έννοιες:
«συγκρουσιακή κληρονομιά»
«διεύρυνση των ορίων του εφικτού»
«ολιστικό πλαίσιο ασφάλειας»
«συνεργατικό κράτος»
«νέος πατριωτισμός».
Όλα τα παραπάνω μπορεί ενδεχομένως να λειτουργούν σε ιδεολογικό συνέδριο, δεν λειτουργούν όμως εύκολα σε κοινωνικά στρώματα που ζητούν καθαρές απαντήσεις:
• πόσο θα πληρώνω φόρο,
• τι θα γίνει με μισθούς,
• πώς θα αγοράσω σπίτι,
• τι θα γίνει με εγκληματικότητα,
• αν θα έχω δουλειά.
Η προσκόλληση στην κινηματική αριστερά 
Με μια πρώτη ανάγνωση γίνεται αντιληπτό ότι το μανιφέστο του πρώην πρωθυπουργού εκπέμπει έντονα στοιχεία κινηματικής αριστεράς και πολιτικής οικολογίας της δεκαετίας του 2000. Το ύφος θυμίζει περισσότερο ευρωπαϊκή ακαδημαϊκή αριστερά παρά σύγχρονο λαϊκό πολιτικό ρεύμα. Υπάρχει μια διαρκής ηθική αντιπαράθεση: «νεοφιλελευθερισμός», «παρασιτικό κεφάλαιο», «συγκέντρωση εξουσίας», «λαϊκή κυριαρχία».
Όμως το πολιτικό περιβάλλον του 2026 δεν είναι ίδιο με του 2012. Ο κόσμος σήμερα είναι πιο πραγματιστικός και λιγότερο ιδεολογικός. Ακόμα και ψηφοφόροι που θέλουν κοινωνικό κράτος, θέλουν ταυτόχρονα: επενδύσεις, ασφάλεια, αποτελεσματικότητα, τεχνοκρατισμό, ανάπτυξη.
Και εδώ φαίνεται η μεγάλη αδυναμία του κειμένου: Δεν απαντά πειστικά στο «πώς παράγεται πλούτος». Μιλά πολύ για αναδιανομή, ελάχιστα για παραγωγή. Πολύ κράτος, λίγη αγορά. Πολύ ηθική, λιγότερο σχέδιο οικονομίας.
Ένα δεύτερο στοιχείο που φαίνεται πίσω από το μανιφέστο είναι ότι ο Τσίπρας προσπαθεί να χτίσει χώρο απέναντι στο Νίκο Ανδρουλάκη και το ΠΑΣΟΚ. Ουσιαστικά λέει: «Το ΠΑΣΟΚ είναι διαχειριστικό κέντρο, εγώ θέλω μια νέα προοδευτική ηγεμονία». Γι’ αυτό επιμένει τόσο στη σύνθεση: σοσιαλδημοκρατίας, ριζοσπαστικής αριστεράς, οικολογίας.
Δεν είναι μόνο ιδεολογικό. Είναι οργανωτικό και εκλογικό σχέδιο το οποίο στοχεύει σε απογοητευμένους Συριζαίους, λιγότερο σε προοδευτικούς του ΠΑΣΟΚ, σε κομμάτια της νέας γενιάς που γοητεύονται από τσιτάτα της αριστεράς, σε οικολογικά και δικαιωματικά ακροατήρια.
Το ερώτημα όμως είναι αν υπάρχει κοινωνική ζήτηση για αυτό το «υβρίδιο» εν έτει 2026. Γιατί στην Ευρώπη πολλά αντίστοιχα εγχειρήματα έμειναν στο 10%-15%. Ταυτόχρονα στο κείμενο υπάρχει και μια αξιοσημείωτη αντίφαση: Ενώ καταγγέλλει το «πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο», όλο το εγχείρημα του rebranding είναι απολύτως προσωποκεντρικό γύρω από τον ίδιο τον Τσίπρα. Δεν υπάρχει ακόμα νέο κοινωνικό κύμα. Υπάρχει κυρίως ο ίδιος ως brand που επιχειρεί rebranding και μία πρωτοφανής αυτοαναφορικότητα.
Πολιτικά, πάντως, το μανιφέστο έχει δύο καθαρούς στόχους:
•Να ξαναδώσει ιδεολογικό και «ακαδημαϊκό» βάθος στον Τσίπρα κάτι που δεν είχε ποτέ…
•Μετά το 2015 και τη μνημονιακή στροφή, πολλοί τον είδαν ως καθαρά κυνικό πολιτικό διαχείρισης. Τώρα επιχειρεί να ξαναγίνει «φορέας ιδεών». Να εμφανιστεί ως ο μόνος που μπορεί να ενώσει τον κατακερματισμένο προοδευτικό χώρο. Άρα το μήνυμα δεν απευθύνεται μόνο στην κοινωνία αλλά και σε στελέχη, διανοούμενους, πρώην πασοκικούς και μικρότερα κόμματα.
Το αν αυτό μπορεί να γίνει πλειοψηφικό είναι άλλη υπόθεση. Μέχρι στιγμής μοιάζει περισσότερο με ιδεολογική πλατφόρμα πολιτικής επιστροφής παρά με λαϊκό, πειστικό κυβερνητικό πρόγραμμα.
Τα εθνικά που κάνουν «τζιζ»
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά — και πολιτικά αποκαλυπτικά — στοιχεία του κειμένου είναι ότι το μανιφέστο σχεδόν αποφεύγει συστηματικά τα σκληρά εθνικά ζητήματα: ελληνοτουρκικά, άμυνα, μεταναστευτικό, εξοπλισμούς, γεωπολιτική ισχύ, ΑΟΖ, ενεργειακή κυριαρχία, δημογραφικό υπό εθνική σκοπιά.
Υπάρχει μόνο ένας αφηρημένος «νέος πατριωτισμός», αλλά χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο κρατικής ισχύος. Δηλαδή δεν λέει τι σημαίνει πατριωτισμός απέναντι στην Τουρκία, δεν λέει τι σημαίνει ευρωπαϊκή άμυνα, δεν λέει πώς αντιλαμβάνεται την αποτρεπτική ισχύ, ούτε πώς βλέπει την Ελλάδα μέσα στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Είναι συνειδητή επιλογή.
Ο κ.Τσίπρας επιχειρεί να επανασυνδεθεί με ένα διεθνιστικό και προοδευτικό ακροατήριο που παραδοσιακά δυσκολεύεται με «εθνική» ή «πατριωτική» ρητορική τύπου κράτους-ασφάλειας-συνόρων. Γι’ αυτό ο πατριωτισμός στο κείμενο παρουσιάζεται περισσότερο ως κοινωνική αλληλεγγύη, συμμετοχή πολιτών, υπεράσπιση αδυνάμων, δημοκρατία. Όχι ως γεωπολιτική στρατηγική.
Το πρόβλημα είναι ότι μετά το 2020 ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα έχει αλλάξει λόγω της κρίσης στον Έβρο, της ελληνοτουρκικής έντασης, της Ουκρανίας, της ενεργειακής ασφάλειας, της Μέσης Ανατολής, των μεταναστευτικών ροών και της ανασφάλειας στην Ευρώπη.
Ο μέσος ψηφοφόρος πλέον συνδέει πολύ περισσότερο την έννοια του κράτους με την προστασία των συνόρων, τη σταθερότητα, την ασφάλεια, τη γεωπολιτική επιβίωση. Και εκεί το μανιφέστο αφήνει τεράστιο κενό. Δίνει την αίσθηση ότι γράφτηκε σαν να μην υπάρχουν οι σημερινές γεωπολιτικές πιέσεις.
Ακόμα και η κριτική στο «επιτελικό κράτος» γίνεται κυρίως από κοινωνική και ταξική σκοπιά, όχι από σκοπιά αποτελεσματικότητας ή εθνικής στρατηγικής. Χρησιμοποιεί έννοιες όπως «παρασιτικό κεφάλαιο», «συγκέντρωση εξουσίας», «νεοφιλελευθερισμός» και δεν αναλύει πώς λειτουργεί το κράτος σε κρίση, πώς προστατεύεται η χώρα, πώς παράγεται ισχύς.
Αυτό μπορεί να λειτουργεί σε στενό ιδεολογικό πυρήνα, αλλά δυσκολεύει πολύ τη διεύρυνση προς κεντρώους ή λαϊκούς ψηφοφόρους που θέλουν και κοινωνική πολιτική και ισχυρό κράτος ασφάλειας.
Υπάρχει επίσης μια βαθύτερη δυσκολία του ίδιου του Τσίπρα: κουβαλά ακόμα το βάρος της περιόδου των Πρεσπών, του  μεταναστευτικού το 2015, την εικόνα «χαλαρής» αντίληψης για την ασφάλεια, τις αντιδράσεις σε ζητήματα τάξης και αστυνόμευσης.
Γι’ αυτό φαίνεται να επιλέγει να μεταφέρει τη συζήτηση σε κοινωνικά και αξιακά πεδία όπου νιώθει πιο άνετα πολιτικά. Μόνο που σήμερα η κοινωνία δεν ψηφίζει αποκλειστικά με ιδεολογικούς όρους. Ψηφίζει και με αίσθημα ασφάλειας, σταθερότητας και εθνικής αυτοπεποίθησης.