Πολιτικοί αρχηγοί υιοθετούν υπεραισιόδοξο τόνο εν όψει εκλογών
Η εκτίμηση περί επίτευξης αυτοδυναμίας στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές, η οποία αρχικά διατυπώθηκε από κομματικά στελέχη και σχολιαστές, φαίνεται πλέον να υιοθετείται επισήμως από τον Πρωθυπουργό.
Ο Πρωθυπουργός εκφράζει την πεποίθηση ότι το κυβερνών κόμμα θα επιτύχει αυτοδυναμία στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές, με ποσοστό που αναμένεται να είναι αντίστοιχο του 38,5% που καταγράφηκε στο δημοψήφισμα του 2015 για το «Μένουμε Ευρώπη».
Ο συλλογισμός αυτός θεωρείται παράδοξος από ορισμένους, λαμβάνοντας υπόψη τις μεταβολές στην κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα και τις διαθέσεις της κοινής γνώμης που έχουν σημειωθεί από το 2015.
Έκτοτε, το κομματικό σύστημα παρουσίασε κατακερματισμό, ενώ το μέτωπο κατά του ΣΥΡΙΖΑ έχει διαρραγεί. Αναφέρεται ότι το μεταρρυθμιστικό προφίλ του Κυριάκου Μητσοτάκη αμβλύνθηκε, οδηγώντας στον σχηματισμό μιας νέας πλειοψηφίας πολιτών που εκτιμούν ότι η κατάσταση ήταν καλύτερη το 2019. Σημειώνεται επίσης διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, με τον ίδιο τον Πρωθυπουργό να έχει παραδεχθεί την αποτυχία του επιτελικού κράτους να περιορίσει παθογένειες του πελατειακού συστήματος, ενώ το κράτος δικαίου φέρεται να έχει δεχθεί πλήγματα.
Ζητήματα σκανδάλων και διαφθοράς αναδεικνύονται ως κορυφαία προβλήματα της καθημερινότητας. Το κυβερνητικό αφήγημα επιτυχίας για την οικονομία φέρεται να αφορά μόνο μια κοινωνική μειοψηφία, ενώ η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διερευνά τον τρόπο διάθεσης δισεκατομμυρίων, και το ελληνικό Δημόσιο καταβάλλει πρόστιμα για κακοδιαχείριση.
Η κομματική βάση της Νέας Δημοκρατίας εμφανίζει ρήγματα μεταξύ της νεολαίας και του αγροτικού κόσμου. Παράλληλα, το ευρωπαϊκό προφίλ της κυβέρνησης αναφέρεται ότι έχει υποστεί ζημιές λόγω πληθώρας απευθείας αναθέσεων και τριβών με την Ευρωπαία Εισαγγελέα.
Υπό το πρίσμα της αυξημένης ακρίβειας που επηρεάζει την αγοραστική δύναμη των ευάλωτων και των μεσοστρωμάτων, εκφράζονται απορίες για την επιμονή της ηγεσίας της κυβερνώσας παράταξης στον στόχο της αυτοδυναμίας από την πρώτη Κυριακή, δεδομένου ότι η παράταξη έχει υποστεί απώλεια τουλάχιστον δέκα μονάδων εκλογικής επιρροής από τις προηγούμενες εκλογές και έχει απωλέσει μέρος της συνοχής της.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ανάλογη αισιοδοξία έχουν εκφράσει και άλλοι πολιτικοί αρχηγοί. Ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει κάνει λόγο για νίκη του ΠΑΣΟΚ, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας, μετά την κατάκτηση της δεύτερης θέσης στις δημοσκοπήσεις, εκτιμά την πιθανότητα ανάληψης της εξουσίας, είτε στις πρώτες είτε στις επαναληπτικές εκλογές.
Σε ένα ευμετάβλητο πολιτικό περιβάλλον, χαρακτηριζόμενο από συνεχιζόμενη διεθνή αναταραχή και κατακερματισμό του εγχώριου κομματικού συστήματος, τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί. Οι εξελίξεις θα καθοριστούν από τον αριθμό των πολιτών που θα προσέλθουν στις κάλπες και τις επιλογές τους, οι οποίες παραμένουν προς το παρόν αδιευκρίνιστες.
Ωστόσο, εκτιμάται ότι οι πολίτες δεν αναμένεται να ψηφίσουν για τη διαιώνιση της μεταρρυθμιστικής άπνοιας, την οποία οι κυβερνώντες χαρακτηρίζουν πολιτική σταθερότητα, όπως σημειώθηκε σε πρόσφατο σχόλιο της Τζίνας Μοσχολιού. Ούτε αναμένεται να συμβάλουν στη διαιώνιση της κυριαρχίας των μονοκομματικών κυβερνήσεων.
Επιπλέον, θεωρείται λιγότερο πιθανό οι πολίτες να επηρεαστούν από έναν κομματικό ανταγωνισμό που εξελίσσεται με όρους ψυχολογικού πολέμου, όπως διαμορφώνεται από την υπεραισιοδοξία των πολιτικών αρχηγών. Αμφισβητείται η αποτελεσματικότητα αυτής της προσέγγισης για την προσέλκυση των αναποφάσιστων ψηφοφόρων.
Ο Γιώργος Σεφερτζής είναι πολιτικός επιστήμονας – αναλυτής.
