Πολιτική Αναδιάταξη: Προκλήσεις για ΝΔ, Τσίπρα, Καρυστιανού
Το κομματικό σύστημα της χώρας βρίσκεται σε φάση πλήρους αναδιάταξης, ενώ οι πολιτικές δυνάμεις αντιμετωπίζουν ιστορικά χαμηλά επίπεδα αντιπροσωπευτικότητας. Αυτή η συγκυρία καθιστά αμφισβητήσιμη την αξία των επαναλαμβανόμενων συζητήσεων περί εκτίμησης ψήφου.
Οι λόγοι για αυτή την αμφισβήτηση είναι πολλαπλοί. Πρώτον, το εύρος, η σύνθεση και η προέλευση των πολιτών που θα συμμετάσχουν στην ψηφοφορία παραμένουν άγνωστα μέχρι την τελευταία στιγμή πριν από την κάλπη. Δεύτερον, η συγκυρία υπό την οποία θα ληφθούν οι τελικές αποφάσεις των κρίσιμων μαζών του εκλογικού σώματος είναι επίσης αδιευκρίνιστη. Τρίτον, και σημαντικότερο, απουσιάζουν χρονοσειρές που αφορούν την εξέλιξη φαινομένων συγκρίσιμων με αυτά που επηρεάζουν σήμερα τις πολιτικές συμπεριφορές και τις εκλογικές επιλογές. Αυτά περιλαμβάνουν την εμφάνιση του κόμματος συμβολικού αντισυστημισμού της Μαρίας Καρυστιανού, καθώς και το δυναμικό επαναλανσάρισμα ενός πιο ρηξικέλευθου και πολιτικοποιημένου κόμματος με το οποίο ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει στην ενεργό πολιτική δράση. Η απουσία αυτών των δεδομένων καθιστά προβληματική οποιαδήποτε πρόγνωση της έκβασης ενός κομματικού ανταγωνισμού που διεξάγεται σε ένα νεοφυές και αχαρτογράφητο πολιτικό περιβάλλον.
Η ανάγκη να δοθεί χρόνος για την αφομοίωση των δεδομένων της νέας πολιτικής πραγματικότητας από την κοινή γνώμη είναι εμφανής, καθώς οι δημοσκοπικές μέθοδοι εκτίμησης της ψήφου ενδέχεται να διαψευσθούν, όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Νέα Δημοκρατία (ΝΔ) εκτιμάται ότι μπορεί να είχε δίκιο στην πρόβλεψη ότι η εμφάνιση του κόμματος Τσίπρα θα διευκόλυνε τη συσπείρωση των ψηφοφόρων της. Ωστόσο, αναλύεται ότι υπήρξε εσφαλμένη στην εκτίμηση των αλλαγών στη σύνθεση και στις προθέσεις του εκλογικού σώματος, καθώς και στην παραδοχή ότι η αποχή δεν θα αποτελούσε δικό της πρόβλημα. Η ΝΔ φέρεται να παρέβλεψε ότι η αποχή συνιστά μια νέα μορφή αρνητικής ψήφου και ότι δεν θα ωφελούνταν σημαντικά από μια ενδεχόμενη μείωσή της, ενώ επίσης υπολόγισε λανθασμένα ότι θα προσέλκυε το μεγαλύτερο μέρος των αναποφάσιστων.
Σήμερα, η δεξαμενή των αναποφάσιστων διαχέεται προς διάφορες κατευθύνσεις, συμπεριλαμβανομένου του κόμματος Καρυστιανού. Παράλληλα, δεν αποκλείεται η δεξαμενή της αποχής να ξαναγεμίσει με δυσαρεστημένους οπαδούς της ΝΔ, οι οποίοι ενδέχεται να επιλέξουν την τιμωρία της ακόμα και μέσω ψήφου προς την ΕΛΑΣ, ως αντίδραση στη μονοκομματική κυριαρχία.
Επιπλέον, ως ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της ΝΔ αναδεικνύεται η άρνησή της να λάβει σοβαρά υπόψη το ενδεχόμενο να προκαλέσει έκπληξη ένα κυοφορούμενο κόμμα Σαμαρά. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα αν το κόμμα αυτό καταφέρει να συνδυάσει χαρακτηριστικά που έχουν αναδείξει την ιδεολογικά ανασυγκροτημένη νέα πατριωτική Δεξιά σε δυναμικά ανερχόμενη δύναμη στην Ευρώπη.
Παρά τη δυσαρέσκεια, η ΝΔ φαίνεται να ενθαρρύνεται από δημοσκοπικό εύρημα που υποδεικνύει ότι η «ύπαρξη προοπτικής» αποτελεί πλέον το κύριο κριτήριο διαμόρφωσης των εκλογικών προτιμήσεων της πλειοψηφίας των πολιτών. Ωστόσο, τίθεται το ερώτημα γιατί η ΝΔ πιστεύει ότι αυτό το κριτήριο την ευνοεί, επικαλούμενη τη σταθερότητα, και όχι τους αντιπάλους της που υπόσχονται αλλαγή πολιτικής.