Ο εισαγγελέας πρότεινε καταδίκη για τον θάνατο του Μάριου στο Μενίδι

Ο εισαγγελέας πρότεινε καταδίκη για τον θάνατο του Μάριου στο Μενίδι
Ο εισαγγελέας πρότεινε καταδίκη για τον θάνατο του Μάριου στο Μενίδι

Η εισαγγελική αρχή διατύπωσε την πρότασή της στην αίθουσα του Μεικτού Ορκωτού για την υπόθεση του θανάτου του 11χρονου Μάριου Σουλούκου, ο οποίος έχασε τη ζωή του από αδέσποτη σφαίρα κατά τη διάρκεια σχολικής γιορτής στο Μενίδι.

σχετικά άρθρα

Κεντρικό σημείο της εισαγγελικής πρότασης, η οποία χαρακτηρίστηκε ως εμπεριστατωμένη, ήταν η εισήγηση του εισαγγελέα της έδρας, κ. Αντώνη Κασάπη, για την ενοχή και καταδίκη του βασικού κατηγορούμενου για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Το φαινόμενο των άσκοπων πυροβολισμών, το οποίο αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης και ασφάλειας, καυτηρίασε ο εισαγγελέας, τονίζοντας πως οι πυροβολισμοί εξακολουθούν να αποτελούν καθημερινότητα στην περιοχή, παρά τον τραγικό θάνατο του ανήλικου. Το ζήτημα αυτό άπτεται ευρύτερων θεμάτων Πολιτικής και κοινωνικής διαχείρισης.

Σχετικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο εισαγγελέας σημείωσε την παραδοχή του ότι πυροβόλησε δύο φορές. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι οι πυροβολισμοί του δεν ήταν δυνατόν να προκαλέσουν θάνατο. Κατά την εκτίμηση του εισαγγελικού λειτουργού, πρόκειται για περίπτωση απρόσφορης απόπειρας. Ωστόσο, διευκρινίστηκε ότι, λόγω κατάργησης σχετικής διάταξης μεταξύ 2019 και 2021, το δικαστήριο ενδέχεται να οδηγηθεί σε απαλλαγή του, εφόσον υιοθετήσει την ίδια νομική κρίση.

Ο εισαγγελικός λειτουργός, κατά την έναρξη της αγόρευσής του, χαρακτήρισε την υπόθεση ως «ανείπωτη τραγωδία σε βάρος ολόκληρης της κοινωνίας». Επισήμανε δε την δυσκολία του να αντιληφθεί «τι πρέπει να περιμένει μια κοινωνία που τα παιδιά της δολοφονούνται σε μια σχολική γιορτή σε καιρό ειρήνης».

Επιπλέον, ο εισαγγελέας τάχθηκε κατά της αναγνώρισης ελαφρυντικών στον βασικό κατηγορούμενο, τονίζοντας ότι δεν προέκυψε μεταμέλεια από τη συμπεριφορά του. Αναφέρθηκε επίσης σε μαρτυρίες που επιβεβαιώνουν ότι παρόμοια περιστατικά συνεχίζουν να λαμβάνουν χώρα στην περιοχή.

Ο εισαγγελικός λειτουργός εξέφρασε την έκπληξή του για το γεγονός ότι η υπόθεση χρειάστηκε σχεδόν δέκα χρόνια για να φτάσει στην τελική δικαστική κρίση, ένα ζήτημα που συχνά αναδεικνύεται στο πλαίσιο της Πολιτικής ατζέντας για την απονομή της δικαιοσύνης. Δήλωσε ότι όταν ανέλαβε τη δικογραφία, θεωρούσε πως η υπόθεση είχε ήδη εκδικαστεί. Κατά τη μελέτη της, ο ίδιος αναφέρθηκε σε ρήσεις αρχαίων συγγραφέων, όπως αυτή του Κροίσου περί της προτίμησης της ειρήνης έναντι του πολέμου και του Ηροδότου για την αδικία του γονέα που θάβει το παιδί του.

Ένα σημαντικό μέρος της αγόρευσης αφιερώθηκε στην καταδίκη του φαινομένου των άσκοπων πυροβολισμών σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Ο εισαγγελέας υπογράμμισε ότι η χρήση όπλων για επίδειξη ή διασκέδαση αποτελεί έκφραση ανασφάλειας και κοινωνικής παθογένειας. Χαρακτηριστικά ανέφερε: «Αυτός που ρίχνει μπαλωθιές είναι αυτός που δεν θέλει να βλέπει τους άλλους να χορεύουν. Για να κρύψει τη δική του μειονεξία», προσθέτοντας την ανάγκη να «σταματήσει κάποια στιγμή» αυτή η πρακτική.

Στην αναφορά του στα γεγονότα της μοιραίας ημέρας, ο εισαγγελέας περιέγραψε τις στιγμές πανικού που επικράτησαν στη σχολική γιορτή, όταν ο 11χρονος κατέρρευσε αιφνίδια στην αυλή του σχολείου. «Είναι γιορτή, είναι όλοι χαρούμενοι και ξαφνικά ένα παιδί πέφτει. Τρέχει αίμα και κανείς δεν μπορεί να το σταματήσει», ανέφερε, περιγράφοντας το αρχικό σοκ έως ότου η νεκροψία αποκάλυψε ότι το παιδί είχε δεχθεί σφαίρα στο κεφάλι.

Κατά την εισαγγελική πρόταση, έχει αποδειχθεί ότι σε γειτονικές κατοικίες διεξάγονταν γιορτές με δυνατή μουσική, κατανάλωση αλκοόλ και πυροβολισμούς στον αέρα. Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε ούτε από τον βασικό κατηγορούμενο, ενώ μαρτυρικές καταθέσεις επιβεβαίωσαν την ύπαρξη πυροβολισμών, χωρίς όμως να προσδιορίζεται με σαφήνεια ο δράστης. Ο εισαγγελέας σχολίασε ότι «η επιλεκτική μνήμη δεν δικαιολογείται μόνο από τα εννέα χρόνια που πέρασαν».

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στα ευρήματα της έρευνας, με τον εισαγγελέα να επισημαίνει την ανεύρεση βολίδων σε ταράτσες, σημεία του σχολικού κτιρίου και στο κεφάλι του ανήλικου θύματος. Αναφέρθηκε επίσης σε κάλυκες που είχαν εντοπιστεί σε προγενέστερο χρόνο έξω από την οικία του βασικού κατηγορουμένου, υποστηρίζοντας ότι αυτός είχε πλήρη επίγνωση του κινδύνου που εγκυμονούσε η χρήση όπλου σε μια πυκνοκατοικημένη περιοχή δίπλα σε σχολείο.

«Ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Πυροβόλησε αδιακρίτως», τόνισε ο εισαγγελέας, υποστηρίζοντας ότι ο κατηγορούμενος είχε πλήρη επίγνωση ότι οι πράξεις του μπορούσαν να προκαλέσουν τον θάνατο οποιουδήποτε βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή.

Η δίκη συνεχίζεται με τις αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης.