Η κυβέρνηση διατηρεί προβάδισμα εν μέσω πολιτικής διάσπασης
Ενώ η χώρα εισέρχεται στην περίοδο του θέρους, η πολιτική σκηνή επικεντρώνεται στις επερχόμενες εκλογές, οι οποίες ενδέχεται να προκηρυχθούν μετά τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, παρά την ίδρυση και την εμφάνιση νέων κομματικών σχηματισμών, δεν διαφαίνεται σαφής επίλυση του πολιτικού ζητήματος.
Η κυβέρνηση διατηρεί σαφές προβάδισμα έναντι των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Το προβάδισμα αυτό δεν αποδίδεται σε αύξηση των δικών της ποσοστών, αλλά στη διάσπαση που παρατηρείται στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Η διάσπαση αυτή συνδέεται με γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την τελευταία δεκαετία έως δεκαπενταετία, όπως η διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και η ριζοσπαστικοποίηση σημαντικού μέρους του εκλογικού σώματος. Το δομικό αυτό πρόβλημα αξιοποιήθηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος προσέδωσε στη Νέα Δημοκρατία έναν πιο κεντρώο προσανατολισμό, ενώ παράλληλα δεν αναδείχθηκε κάποια προσωπικότητα ικανή να διαμορφώσει ισχυρό εναλλακτικό πόλο στον δεξιό χώρο.
Η δομική αυτή κατάσταση δεν έχει ανατραπεί. Επιπλέον, η ανάληψη πρωταγωνιστικού ρόλου από τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα επαναφέρει τα δεδομένα του 2023: την ύπαρξη ενός ισχυρού αριστερού κόμματος, το οποίο, όπως και άλλα αριστερά κόμματα στην Ευρώπη, αντιμετωπίζει ανώτατα όρια στην εκλογική του απήχηση. Αξίζει να σημειωθεί ότι η διάσπαση μεταξύ ριζοσπαστικών και μετριοπαθών δυνάμεων στον χώρο της Κεντροαριστεράς αποτελεί ένα μοτίβο που παρατηρείται και διεθνώς. Η έλλειψη συνοχής στο Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ, η ενίσχυση ριζοσπαστικών πολιτικών, καθώς και η πτώση των σοσιαλιστικών κομμάτων σε Γαλλία και Γερμανία, υποδεικνύουν ότι το πρόβλημα έχει ευρύτερες διαστάσεις.
Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το μειονέκτημα της ύπαρξης μιας μεγάλης, αν και ετερόκλητης, πλειονότητας πολιτών που την τοποθετούν απέναντι. Το κεντρικό ερώτημα είναι κατά πόσο, υπό αυτές τις συνθήκες, η πρώτη θέση επαρκεί για την εγγύηση αποτελεσματικής διακυβέρνησης και την καλλιέργεια προσδοκιών. Σε θεσμικότερο επίπεδο, η έλλειψη ανταγωνιστικότητας στο πολιτικό παίγνιο οδηγεί, αφενός, σε αλαζονεία και, αφετέρου, σε πόλωση, εμποδίζοντας κυρίως τη συνεννόηση.
Ενδεικτική των εξελίξεων είναι η πρόσφατη αλλαγή του εκλογικού νόμου για τις αυτοδιοικητικές εκλογές: ο δεύτερος γύρος καταργείται και οι πολίτες αποκτούν μία συμπληρωματική ψήφο, την οποία όμως ασκούν χωρίς να γνωρίζουν τους δύο πρώτους συνδυασμούς. Αφού συνυπολογιστούν μόνο οι ψήφοι αυτές που αντιστοιχούν στους δύο πρώτους συνδυασμούς, νικητής ανακηρύσσεται αυτός που καταλαμβάνει την πρώτη θέση. Οι αλλαγές αυτές υποδηλώνουν ότι η πολυδιάσπαση στον χώρο της Κεντροαριστεράς διασφαλίζει την εκλογή δημάρχων και περιφερειαρχών από την παράταξη που εξασφαλίζει τη σχετική, έστω και οριακή, πλειοψηφία.
Παραμένει το ερώτημα: είναι εφικτή η δημοκρατική και αποτελεσματική διακυβέρνηση μιας χώρας, όταν οι πολίτες αναμένουν τον πρώτο συνδυασμό για να του παράσχουν απόλυτη εξουσία; Ή μήπως είναι απαραίτητη η αναζήτηση δομικών αλλαγών στο πολιτικό σύστημα;
Η ανάλυση βασίζεται σε στοιχεία που παραθέτει ο Νίκος Παπασπύρου, αναπληρωτής καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών και διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ.

