Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τη βία και τις προβληματικές διακρίσεις

Η τρομοκρατία δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες αντιμετώπισαν τρομοκρατική βία, είτε αριστερή είτε δεξιά, στοχευμένη ή τυφλή, και κατάφεραν να διευθετήσουν αυτά τα ζητήματα, με το κράτος δικαίου να επικρατεί τελικά. Σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρξαν πράξεις μεταμέλειας και συναντήσεις δραστών με συγγενείς των θυμάτων τους, ενώ σε άλλες όχι. Ωστόσο, αυτό το κεφάλαιο έκλεισε.
Μετά την εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη το 2002, υπήρξε η πεποίθηση ότι το ίδιο είχε συμβεί και στην Ελλάδα. Η οργανωμένη ιδεολογική βία αυτού του είδους, η οποία για χρόνια είχε αξιοσημείωτη στήριξη στην ελληνική κοινωνία, έληξε με την σύλληψη των ατόμων που επεδίωκαν την «απόδοση δικαιοσύνης» με όπλα. Ωστόσο, οι λογαριασμοί δεν έχουν κλείσει πλήρως. Παραμένει ανοιχτό τραύμα η υπόθεση της ΜΑΡΦΙΝ. Ακολούθησε η δολοφονία του Φύσσα. Πρόσφατα, καταγράφηκε ο θάνατος μιας γυναίκας ως αποτέλεσμα τριπλής εμπρηστικής επίθεσης.
Δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες. Σε κάποιες υπάρχει φονική πρόθεση, σε άλλες όχι. Τα δικαστήρια αξιολογούν διαφορετικά τον εκ προθέσεως φόνο από τον θάνατο που προκαλείται χωρίς σχεδιασμό. Για τις οικογένειες των θυμάτων, ωστόσο, ο πόνος παραμένει ανεξάρτητα από τις προθέσεις των δραστών. Η μητέρα του Αξαρλιάν και η κόρη της Νέστορα βιώνουν την απώλεια, ανεξάρτητα από το αν οι δράστες «δεν το ήθελαν».
Επίσης, οι δράστες δεν είναι όλοι ίδιοι. Υπάρχουν οι κυνικοί, οι φανατικοί, και οι «ανόητοι και αμετανόητοι», όπως χαρακτήρισε ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης τους δράστες των εμπρηστικών επιθέσεων της Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, το βασικό διαχωριστικό κριτήριο θα έπρεπε να είναι η δυνατότητα πρόκλησης θανάτου σε συνάνθρωπο, ακόμη και από καρδιακή προσβολή. Καταλήψεις και συναυλίες σε πανεπιστήμια, στις οποίες αναφέρθηκε ο υπουργός, δεν προκαλούν θανάτους. Αντίθετα, τα γκαζάκια μπορούν να προκαλέσουν θάνατο, όπως και συνέβη.
Επισημαίνεται επίσης ότι δεν υπάρχουν «αθώα» και «ένοχα» θύματα της βίας σε μια δημοκρατία, ένα σημείο που αφορά και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ένας τέτοιος διαχωρισμός θα μπορούσε να ισχύει σε μια δικτατορία ή σε εμπόλεμη κατάσταση. Η Βάγια Νέστορα δεν ήταν ένα «αθώο και τραγικό θύμα» που «χάθηκε τόσο άδικα», αλλά θύμα δολοφονικής επίθεσης από άτομα που πρέπει πάση θυσία να συλληφθούν και να τιμωρηθούν. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται για την καταδίκη της βίας έχει σημασία, όχι γιατί σκοτώνει η ίδια, αλλά γιατί, έστω και άθελά της, μπορεί να αναπαράγει το λεξιλόγιο των δραστών και τελικά να τους δικαιολογεί.
Η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας δεν απαιτεί μεγαλοστομίες ή εκδικητικότητα, αλλά μεθοδικότητα και αποφασιστικότητα. Ο κ. Χρυσοχοΐδης, με την εμπειρία του, γνωρίζει τις απαιτήσεις ταχείας και μεθοδικής δράσης.

