Δικαστικές αποφάσεις αναγνωρίζουν την εξουθένωση των γιατρών του ΕΣΥ
Μια σειρά δικαστικών αποφάσεων ανέδειξε επισήμως αυτό που οι γιατροί του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ) επισημαίνουν εδώ και χρόνια: η επαγγελματική εξουθένωση δεν αποτελεί αναπόφευκτο μέρος του επαγγέλματος. Δεν συνιστά προαπαιτούμενη θυσία για όποιον επιλέξει να υπηρετήσει τη δημόσια υγεία, αλλά μια πραγματική βλάβη με συνέπειες τόσο για τον άνθρωπο που τη βιώνει όσο και για το ίδιο το σύστημα.
Οι πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες δικαίωσαν γιατρούς και επιδίκασαν αποζημιώσεις λόγω των συνθηκών εργασίας, δεν επιλύουν συνολικά τα προβλήματα του ΕΣΥ. Ωστόσο, επιτελούν ένα ιδιαίτερα σημαντικό έργο, καθώς αναγνωρίζουν ότι οι παρατεταμένες εφημερίες, η χρόνια υποστελέχωση, η πίεση και η συνακόλουθη υπερεργασία δεν συνιστούν μια φυσιολογική εργασιακή πραγματικότητα, αλλά συνθήκες που μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρή σωματική και ψυχική επιβάρυνση.
Η παρούσα συζήτηση δεν περιορίζεται στους επαγγελματίες υγείας, αλλά αφορά και τους ασθενείς. Ένας επαγγελματίας υγείας που βιώνει εξουθένωση καλείται καθημερινά να λαμβάνει κρίσιμες αποφάσεις, να διαχειρίζεται επείγοντα περιστατικά, να επικοινωνεί δύσκολες διαγνώσεις και να λειτουργεί με ακρίβεια, συχνά μετά από πολλές άυπνες ώρες συνεχούς εργασίας. Είναι εύλογο το συμπέρασμα ότι η ποιότητα της φροντίδας δεν εξαρτάται μόνο από τον εξοπλισμό ή τις κτιριακές υποδομές, αλλά πρωτίστως από την αντοχή εκείνων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή.
Αναγνωρίζεται ότι τα τελευταία χρόνια το ΕΣΥ βιώνει αλλαγές. Πραγματοποιούνται ανακαινίσεις νοσοκομείων, ψηφιοποιούνται υπηρεσίες, δημιουργούνται νέα εργαλεία για την καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών και καταβάλλονται προσπάθειες ενίσχυσης του προσωπικού. Πρόκειται σαφώς για αναγκαίες παρεμβάσεις. Ωστόσο, αυτές δεν επαρκούν, εάν δεν συνοδεύονται από ένα εργασιακό περιβάλλον που διασφαλίζει την προστασία των ανθρώπων του.
Η εξουθένωση δεν συνιστά προσωπική αδυναμία, ούτε ένδειξη μειωμένης αντοχής ή αυξημένης ευαισθησίας. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) την αναγνωρίζει ως σοβαρή επίπτωση στον οργανισμό που προκύπτει από χρόνιο εργασιακό στρες, το οποίο δεν έχει αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά. Η αντιμετώπιση του φαινομένου σε ατομικό επίπεδο καθίσταται συχνά δυσχερής λόγω έλλειψης χρόνου και ψυχικών αποθεμάτων. Ωστόσο, όταν η εξουθένωση προσλαμβάνει τον χαρακτήρα κανόνα, το πρόβλημα μετατοπίζεται από το ατομικό στο συλλογικό ή, ακόμη σοβαρότερα, στο θεσμικό επίπεδο.
Υπό αυτά τα δεδομένα, οι πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις αποστέλλουν ένα ισχυρό μήνυμα. Η σημασία τους δεν έγκειται πρωτίστως στις επιβληθείσες αποζημιώσεις, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι υπενθυμίζουν πως ένα σύστημα υγείας δεν αξιολογείται μόνο από τις εξαγγελθείσες μεταρρυθμίσεις ή τις πραγματοποιηθείσες επενδύσεις στην Οικονομία. Αξιολογείται, πάνω απ’ όλα, από τον βαθμό σεβασμού προς το προσωπικό που καλείται να διατηρήσει τη λειτουργικότητά του.

