Απαγόρευση Social Media για ανηλίκους: Προστασία και προβληματισμοί

Απαγόρευση Social Media για ανηλίκους: Προστασία και προβληματισμοί
Απαγόρευση Social Media για ανηλίκους: Προστασία και προβληματισμοί

Η πρόθεση για απαγόρευση της πρόσβασης ανηλίκων κάτω των 15 ετών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει τεθεί επί τάπητος. Η πρωτοβουλία αυτή, αντί να συγκρούεται με τα επιχειρηματικά μοντέλα των πλατφορμών, εστιάζει στην προστασία των ανήλικων χρηστών.

σχετικά άρθρα

Τα επιχειρήματα υπέρ της απαγόρευσης είναι ποικίλα και εστιάζουν στην προστασία του ευάλωτου ανήλικου κοινού από ένα ευρύ φάσμα απειλών. Αυτές περιλαμβάνουν την απόσπαση προσοχής, τον εθισμό στις οθόνες και τη μειωμένη δυνατότητα συγκέντρωσης, την έλλειψη κοινωνικοποίησης, την αύξηση του άγχους για την παρακολούθηση των εξελίξεων (FOMO), την έκθεση σε διαδικτυακό εκφοβισμό, σεξουαλική παρενόχληση και εκμετάλλευση, καθώς και την αύξηση περιστατικών βίας με σκοπό την απόκτηση δημοσιότητας. Οι αιτιάσεις αυτές θεωρούνται σοβαρές, ιδιαίτερα όταν υποστηρίζονται από επιστημονικά στοιχεία και δεν εκφράζονται με όρους ηθικού πανικού.

Παρόλα αυτά, τίθενται και διάφορα ζητήματα. Σε πρακτικό επίπεδο, η απαγόρευση θα μπορούσε να παρακαμφθεί εύκολα μέσω της χρήσης λύσεων VPN, ενδεχομένως οδηγώντας νέους/ες σε λιγότερο ρυθμιζόμενες και μη ασφαλείς πύλες του Διαδικτύου.

Επί της ουσίας, τίθεται το ερώτημα για την αναστολή του ρόλου των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στο ευρύτερο πεδίο της δημόσιας σφαίρας, όπως η κοινωνική σύνδεση, η οικοδόμηση κοινότητας και η έκφραση διαφορετικών ταυτοτήτων. Αυτό θεωρείται προβληματικό, δεδομένου ότι οι συγκεκριμένοι χρήστες καλούνται να ψηφίσουν σε δύο χρόνια (στα 17 έτη). Επιπλέον, ο ψηφιακός γραμματισμός, η κριτική σκέψη και ο αναστοχασμός γύρω από την ψηφιακή ταυτότητα αναμένεται να αναπτυχθούν μέσω απαγορεύσεων και προγραμμάτων εκπαίδευσης που προέρχονται «από τα πάνω».

Η απαγόρευση χαρακτηρίζεται ως μία εύκολη, οριζόντια λύση, η οποία απαλλάσσει τις πλατφόρμες από το βάρος της ευθύνης απέναντι στον χρήστη και τον αναγκαίο έλεγχο της εξουσίας τους, όπως η διαφάνεια των αλγορίθμων και τα όρια στη συλλογή και χρήση δεδομένων. Η ρύθμιση αυτή είναι γρήγορα εφαρμόσιμη και δεν απειλεί τις γενικευμένες πρακτικές των εταιρειών-πλατφορμών από τις οποίες αντλούν κέρδη. Αναγνωρίζεται η συνδρομή των γονέων, όπως σημειώθηκε από τον Υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης, ο οποίος τόνισε την ανάγκη για προσοχή και ευθύνη από τους γονείς ώστε τα παιδιά να μην χρησιμοποιούν τα κινητά τους.

Ωστόσο, οι γονείς συχνά στερούνται χρόνου, εκπαίδευσης στα νέα μέσα και, ως επί το πλείστον, δεν γνωρίζουν το ψηφιακό περιβάλλον τόσο καλά όσο η Γενιά Α, η οποία ενδέχεται να αντιληφθεί την απαγόρευση ως διάκριση από λιγότερο ψηφιακά εγγράμματους. Αυτή η προσέγγιση θεωρείται μυωπική, καθώς δεν λαμβάνει υπόψη τις περιορισμένες συνθήκες ευημερίας του πληθυσμού στη χώρα (πόροι, χρόνος) και τον αντίκτυπό τους στην ποιότητα ζωής των παιδιών, η οποία δεν εξαρτάται μόνο από τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Το διακύβευμα δεν αφορά τη λύση, αλλά τον τρόπο διαχείρισης του προβλήματος, με γνώμονα τον σεβασμό των δικαιωμάτων των παιδιών. Σε ένα ζήτημα με πολλαπλές παραμέτρους, διαφορετικά επιχειρήματα και ασαφείς συνέπειες πολιτικών επιλογών, η ακρόαση των άμεσα ενδιαφερομένων κρίνεται αναγκαία για την επίτευξη μιας λύσης που ενεργεί προς το συμφέρον τους, σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

Ο Παντελής Βατικιώτης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου.