Ανδρουλάκης: Έκτακτη συνέντευξη για υποκλοπές μετά απόφαση ΑΠ

Ο Νίκος Ανδρουλάκης, πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, θα παραχωρήσει έκτακτη συνέντευξη Τύπου στις 17:00 σήμερα το απόγευμα (27/4) σχετικά με το θέμα των υποκλοπών

Ανδρουλάκης: Έκτακτη συνέντευξη για υποκλοπές μετά απόφαση ΑΠ
Ανδρουλάκης: Έκτακτη συνέντευξη για υποκλοπές μετά απόφαση ΑΠ

Ο Νίκος Ανδρουλάκης, πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, θα παραχωρήσει έκτακτη συνέντευξη Τύπου στις 17:00 σήμερα το απόγευμα (27/4) σχετικά με το θέμα των υποκλοπών. Η ανακοίνωση έρχεται λίγο μετά τη δημοσιοποίηση της απόφασης του Αρείου Πάγου να μην ανασυρθεί από το αρχείο η δικογραφία για το συγκεκριμένο ζήτημα.

σχετικά άρθρα

Ο κ. Ανδρουλάκης, κατά τη συνάντησή του με την Ομοσπονδία Εργαζομένων Καθαριότητας, αναφέρθηκε στην εξέλιξη των παράνομων παρακολουθήσεων. Δήλωσε ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αποφάνθηκε πως «δεν θα ανασυρθεί από το αρχείο η διάταξη Ζήση», εκτιμώντας πως «επί της ουσίας η διάσταση της κατασκοπείας και η σύνδεση των κρατικών αρχών με το Predator, ενταφιάζονται για μια ακόμη φορά».

Συνεχίζοντας, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ πρόσθεσε πως «επί εβδομάδες μετά την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο Άρειος Πάγος παρέμενε σιωπηλός, χωρίς να προβεί ούτε σε στοιχειώδεις ανακριτικές πράξεις». Σημείωσε, επίσης, ότι «ο απόστρατος Ισραηλινός αξιωματικός, ενώ εκβίαζε σε δημόσια θέα τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και μιλούσε ξεκάθαρα για συνεργασία του ίδιου με το κράτος, δεν κλήθηκε καν από τον κ. Τζαβέλα να καταθέσει». Ο κ. Ανδρουλάκης υπογράμμισε ότι «ο άνθρωπος που εκβίαζε τον Έλληνα Πρωθυπουργό δεν κλήθηκε να καταθέσει στην ελληνική δικαιοσύνη».

Καταλήγοντας, ο κ. Ανδρουλάκης τόνισε ότι «όλα αυτά περιγράφουν την κατάσταση στα ζητήματα του κράτους δικαίου και της διάκρισης των εξουσιών στην Ελλάδα του 2026. Αυτή η Ελλάδα δεν αξίζει στον ελληνικό λαό και για όλα αυτά υπεύθυνος είναι ένας: ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης». Κάλεσε «κάθε δημοκράτη και κάθε δημοκράτισσα να αγωνιστούμε αυτοί οι άνθρωποι να γίνουν παρελθόν», κρίνοντας πως «όσο μένουν σε σημαντικές θέσεις εξουσίας είναι επικίνδυνοι για τον τόπο».

Από την πλευρά του, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έκρινε ότι δεν ανασύρεται από το αρχείο η δικογραφία για την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών. Αυτή η απόφαση ελήφθη παρά το γεγονός ότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας είχε ζητήσει τη διενέργεια έρευνας για το αδίκημα της κατασκοπείας και για εννέα νέα πρόσωπα, ως συνεργούς σε πράξεις ήδη καταδικασμένων επιχειρηματιών.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Μίνας Μουστάκα για τα tanea.gr, η εισαγγελική κρίση βασίστηκε στο σκεπτικό ότι, επί της ουσίας, χωρίς τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, οι πράξεις που είχαν προηγηθεί σε προηγούμενο στάδιο είχαν διερευνήσει όλα τα ζητήματα. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος για νέο κύκλο ερευνών, κλήση μαρτύρων, συγκέντρωση επιπρόσθετων εγγράφων και κλήση υπόπτων για παροχή εξηγήσεων.

Συγκεκριμένα, με ανακοίνωση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου αναφέρεται ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με την Πράξη του από 27-04-2026, έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση ανάσυρσης από το Αρχείο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και επανεξέτασης της σχετικής υπόθεσης. Τα στοιχεία που επικαλέστηκε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, κατά την κρίση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν συνιστούν νέα στοιχεία κατά το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ, ικανά να δικαιολογήσουν την ανάσυρση της δικογραφίας από το Αρχείο. Συνεπώς, τα συμπεράσματα των πορισμάτων του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση δεν ανατρέπονται.

Κεντρικό σημείο της εισαγγελικής κρίσης αποτέλεσε το ζήτημα των «νέων πραγματικών περιστατικών». Όπως επισημαίνεται, τα στοιχεία που επικαλέστηκε το δικαστήριο – κυρίως μαρτυρικές καταθέσεις και δημοσιογραφικές πληροφορίες – δεν συνιστούν ουσιωδώς νέα δεδομένα, αλλά είχαν ήδη αξιολογηθεί στο πλαίσιο της αρχικής έρευνας. Ως εκ τούτου, δεν δικαιολογούν την ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο, σύμφωνα με το άρθρο 43 §6 ΚΠΔ.

Αναφορικά με τον Α.Κ., το πρόσωπο από την προπληρωμένη κάρτα του οποίου φέρονται να στάλθηκαν τα «μολυσμένα» sms στον Νίκο Ανδρουλάκη, για τον οποίο ο Άρειος Πάγος είχε κρίνει στο πόρισμα Ζήση ότι δεν έχει σχέση με τα καταγγελλόμενα, καθώς τρίτος έκανε χρήση της κάρτας, ο κ. Τζαβέλας επιμένει ότι δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να ανατρέψουν το προηγούμενο πόρισμα. Η εισαγγελική πράξη αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «η συνεχής εμπλοκή της Δικαιοσύνης, σε έναν ατέρμονα κύκλο πανομοιότυπων ερευνών, χωρίς ουσιαστικό λόγο, παρακωλύει και καθυστερεί την απονομή της». Επιπλέον, προσθέτει ότι η ακροαματική διαδικασία ανέδειξε «νεότερα πραγματικά περιστατικά, πλην όμως, από τη συνεκτίμηση και συναξιολόγηση αυτών, εξακολουθεί να παραμένει, αδύνατη, η ταυτοποίηση του προσώπου του παραμένοντος αγνώστου, κατόχου και χρήστη της ανωτέρω προπληρωμένης κάρτας».

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο ενδεχόμενο τέλεσης του αδικήματος της κατασκοπείας. Κατά τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κρατικού απορρήτου κατά την έννοια του νόμου. Παρά το γεγονός ότι φέρονται ως στόχοι του Predator υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, όπως υπουργοί και ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί, δεν προέκυψε ότι αποκτήθηκαν ή επιχειρήθηκε να αποκτηθούν συγκεκριμένα απόρρητα στοιχεία. Οι σχετικές εκτιμήσεις χαρακτηρίζονται «υποθετικές» και «επισφαλείς».

Παρόμοια είναι η προσέγγιση και για το ενδεχόμενο τέλεσης του αδικήματος της παράνομης διακίνησης λογισμικού παρακολούθησης μετά το 2022. Η εισαγγελική αρχή κρίνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι οι εμπλεκόμενες εταιρείες συνέχισαν τέτοια δραστηριότητα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Όπως αναφέρεται στην πράξη που εξέδωσε ο κ. Τζαβέλας, οι μαρτυρίες που επικαλέστηκε το δικαστήριο κρίθηκαν ότι αφορούν διαφορετικές επιχειρηματικές δραστηριότητες και όχι εμπορία κατασκοπευτικού λογισμικού.

Καταληκτικά, η εισαγγελική διάταξη απορρίπτει την ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης, επικαλούμενη το λεγόμενο «οιονεί δεδικασμένο». Όπως επισημαίνεται, η επανεξέταση μιας ήδη αρχειοθετημένης υπόθεσης επιτρέπεται μόνο όταν προκύψουν «ουσιώδη νέα στοιχεία», κάτι που εν προκειμένω δεν διαπιστώνεται. Η θέση αυτή στοχεύει στην αποφυγή ενός «ατέρμονου κύκλου ερευνών» και στη διασφάλιση της «ασφάλειας δικαίου».